Το περπάτησε, το μελέτησε, όχι όμως και τον εαυτό του, που του ήταν τόσο οικείος και λίγος άλλωστε, μα και αδιάφορος μπροστά στις νέες δυνατότητες... Έκανε σπουδαίες και μεγάλες ανακαλύψεις, μα δεν μπόρεσε να γνωρίσει την οικογένειά του. Έκτισε σπουδαία και πολύ ψηλά κτίρια, γέφυρες και ωραία σπίτια που δεν προλάβαινε όμως να τα χαρεί. Και μετά από όλα αυτά, άρχισε να καμαρώνει υπερβολικά, πιστεύοντας πως εξουσίαζε πλέον όλη την πλάση, κι έτσι ανέβηκε στο ψηλότερο βουνό που λέγεται Αλαζονεία. Η Ευτυχία δεν ερχόταν στη ζωή του, δεν τον έβρισκε πουθενά, μιας και το 'χει συνήθειο, να περιφέρεται, συνήθως, στα χαμηλά... Μα ο άνθρωπος δεν κοίταζε εκεί κάτω και έτσι τα βλέμματα τους δεν συναντιόντουσαν. Ένοιωθε ισχυρός μα και σφιγμένος, γεμάτος φοβίες και άγχη. Άρχισε να πιστεύει πως τα ξέρει όλα, ενώ η θλίψη απλωνόταν μέσα του. Κι όλο έπεφτε με τα μούτρα στην απόκτηση κι άλλων πραγμάτων, κι όταν δεν ήξερε τι άλλο να αγοράσει, εφεύρισκε νέες ανάγκες, για να έχει κάτι να αποκτήσει.
Η έπαρσή του πέρασε και στα παιδιά του. Γέμισε ο πλανήτης από σπουδαίους και πολύ σπουδαγμένους, μα με μωρία περισσή. Η πληροφόρηση ήταν άμεση και συνεχής, τόσο που τα κεφάλια τους άρχισαν να ξεχειλίζουν από την υπερβολική ενημέρωση. Άρχισαν πια να μην μπορούν να ξεχωρίσουν το καλό από το κακό και η συνείδησή τους θόλωνε όλο και πιο πολύ. Η κακία απλωνόταν παντού, ώσπου σκέπασε όλη την γη. Γενιές ολάκερες μεγάλωναν με πρότυπο την κακία και την ανοησία. Άφησαν τον εαυτό τους έρμαιο των ενστίκτων τους και της έλξης που ασκούσε πάνω τους το χρήμα, και όλο αυτό, το ονόμασαν ελευθερία.
Κακόμοιρα ανθρωπάκια που χειροκροτούσαν την κατάπτωση και το ανήθικο παριστάνοντας τους μοντέρνους. Τα παιδιά τους μεγάλωναν, παγιδευμένα μπροστά στο τηλεκουτί που, ενώ τα καθήλωνε, τους δημιουργούσε τη ψευδαίσθηση της δράσης. Άρχισαν κι αυτά να γίνονται όλο και πιο ανικανοποίητα, όλο και πιο μόνα, με δεκάδες φίλους σε δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης και ατέλειωτα παιχνίδια πολέμου. Όλα ήταν ψεύτικα, φανταστικά. Χωρίς ήρωες και ιδανικά, κλεισμένα σε διαμερίσματα-κλουβιά, χωρίς ουρανό, χωρίς ήλιο, θύμωναν που τους στερούσαν τη ζωή. Οι παροιμίες και οι σοφές ιστορίες που είχαν διδακτικό περιεχόμενο ξεχάστηκαν. Οι παπούδες κι οι γιαγιάδες που κάποτε τους διάβαζαν παραμύθια και τους διηγιόντουσαν ιστορίες με νόημα, χάθηκαν. Αντικαταστάθηκαν από μοντέρνους γέρους που νεάνιζαν και σοφία τους έγινε η ατάκα, οι δήθεν εξυπνάδες που παπαγάλιζαν από τους τηλεοπτικούς αστέρες. Οι διηγήσεις είχαν μόνο να πουν για τις κλοπές, τις απάτες, τις "κονόμες" και τις γκρίνιες τους, που μείνανε με λιγότερα από ότι ονειρευτήκανε. Και το σκοτάδι πύκνωνε όλο και πιο πολύ και η θλίψη γινόταν δυσβάσταχτος πόνος.
Και δεν ζήσανε αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα... γιατί, ενώ κανείς δεν αμφισβητούσε ότι υπάρχει ο πόνος κι ας μην είναι ορατός, την ύπαρξη της ψυχής, την αμφισβητούν, αφού δεν την βλέπουν, όπως παρατηρεί ο Γέροντας Κλεόπας.