Νεότητα Θήρας

Ιστολόγιο του Γραφείου Νεότητας της Ιεράς Μητρόπολης Θήρας, Αμοργού & Νήσων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εορτολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εορτολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

Ο ΚΑΡΠΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ


Xθες, αγαπητοί μου, άλλα και σήμερα η αγία μας Εκκλησία εορτάζει τη μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής. Η εορτή αυτή από διαπρεπείς διδασκάλους και πατέρας χαρακτηρίζεται ως η ήμερα που γεννήθηκε η Εκκλησία.
Αλλ' ενώ τα ανθρώπινα έχουν αρχή, ακμή και τέλος, η Εκκλησία δεν έχει τέλος• μπορούμε να πούμε και γι' αυτήν «και της βασιλείας» αυτής «ούκ έσται τέλος» (Λουκ. 1,33). Όσο κι αν την πολεμούν, θα μείνει αήττητος, διότι έχει μέσα της τη δύναμη του αγίου Πνεύματος.
Το Πνεύμα το άγιο, το τρίτο πρόσωπο της θεότητας, ως Θεός είναι αόρατο. Έγινε όμως αισθητό από τις διάφορες εκδηλώσεις του την ήμερα της Πεντηκοστής. Υπό δύο μορφές έγινε αισθητό σήμερα, όπως λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς. Όχι όπως στον Ιορδάνη «εν είδει περιστεράς». Αυτή τη φορά ήλθε ως πύρινες γλώσσες, και ως πνοή βίαιου ανέμου. Γιατί; Συμβολικά είναι αυτά. Εμφανίσθηκε ως γλώσσες πυρός, για να δείξει ότι το μόνο όπλο που διαθέτει ο χριστιανισμός είναι η ισχυρά γλώσσα, ο ζωντανός λόγος του Θεού στο στόμα των αγίων αποστόλων. Έγινε δε αισθητό ως βιαία πνοή ανέμου, διότι σαν σφοδρός άνεμος ξερίζωσε, ναι ξερίζωσε, το πεπαλαιωμένο δέντρο της ειδωλολατρίας, που δε μπόρεσε να ξεριζώσει κανείς από τους σοφούς της αρχαιότητος. Το απλό κήρυγμα των αλιέων της Γαλιλαίος, που είχαν φωτιστή από το Πνεύμα το άγιο, ξερίζωσε την ειδωλολατρία.
Αλλά το ξερίζωμα είναι άρνησης. Και το Ευαγγέλιο δεν είναι μόνο άρνησης. Ξερίζωσε, ναι, παμπάλαια ειδωλολατρικά έθιμα ριζωμένα στις καρδιές των ανθρώπων, αλλά στη θέση τους φύτεψε άλλο δέντρο, το δέντρο του χριστιανισμού. Και ότι το Ευαγγέλιο έχει τη δύναμη να ξεριζώνει παμπάλαια συστήματα και καθεστώτα ανομίας και πλάνης, και να φυτεύει το ουράνιο δέντρο του Χριστού, αυτό δεν είναι θεωρία• φαίνεται καθαρά σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Δέντρο παμπάλαιο είναι ο «παλαιός άνθρωπος» ('Ρωμ. β, β ' Εφ. 4,22• Κολ. 3,9), ο αμαρτωλός. Αλλ' αφ' ης στιγμής πιστέψει στο Χριστό και μετανοήσει, αλλάζει. Ψυχή, που ποτίζεται από τα νάματα του παναγίου Πνεύματος, ανθεί και καρποφορεί. και το δέντρο, είπε ο Χριστός, γνωρίζεται από τους καρπούς του (βλ. Λουκ 6,43' Ματθ. 7,16). Η μηλιά από τα μήλα, η αχλαδιά από τ' αχλάδια, η πορτοκαλιά από τα πορτοκάλια• και ο Χριστιανός; από τους καρπούς του αγίου Πνεύματος.
Ποιοι είναι οι καρποί του αγίου Πνεύματος;
Περί του αγίου Πνεύματος ομιλεί και το ευαγγέλιο και ο απόστολος που ακούσαμε (βλ. Ματθ. 18,18' Εφ. 5,9). Ιδίως όμως ομιλεί ο απόστολος Παύλος στην προς Γαλατάς επιστολή του (κεφ. 5ο, στ. 22). Εκεί απαριθμεί συγκεκριμένα εννέα καρπούς του αγίου Πνεύματος. «Ο καρπός του Πνεύματος», λέει, είναι τα εξής.
• Πρώτος καρπός είναι μια λέξης γλυκύτατη, που πάει να εξαφανιστεί από τη γη, λέξης που εκφράζει την ουσία του χριστιανισμού. είναι η αγάπη. Αγάπη όχι στα λόγια αλλά στην πράξη.
Πρότυπο αγάπης είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, η εσταυρωμένη Αγάπη, αγάπη που φτάνει μέχρι θυσίας σταυρικής.
• Δεύτερος καρπός του αγίου Πνεύματος, λέει ο απόστολος Παύλος, είναι η χαρά. Πράγματι, όπου υπάρχει αγάπη ακολουθεί η χαρά. Η μοχθηρά ψυχή κάνει και το πρόσωπο σκυθρωπό και το βλέμμα ν' αποπνέει θλίψη.
Μετά τη χαρά, ως φυσικό αποτέλεσμα, έρχεται η ειρήνη. Όποιος ζη με το Θεό, αυτός ειρηνεύει με τον ουράνιο Πατέρα, ειρηνεύει με τον πλησίον, ειρηνεύει προ παντός με τη συνείδηση του• δεν αισθάνεται τύψεις.
Πρώτη λοιπόν Τριάς, αγία τριάς των καρπών αυτών, είναι «αγάπη, χαρά, ειρήνη». Δευτέρα τριάς• «μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη».
• Τι σημαίνει μακροθυμία, Όταν κάποιος σου κάνη κακό, να μην εφαρμόσεις το εβραικό δίκαιο «όφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος» (Εξ. 21,24), αλλά να ανέχεσαι• και να ελπίζεις, ότι κι ο μεγαλύτερος κακούργος μπορεί να μεταβληθεί σε αγαθό άνθρωπο.
• Ο άλλος καρπός είναι η χρηστότης, δηλαδή η πλατειά καρδιά, σαν τον ουρανό, που αγκαλιάζει όλο τον κόσμο ανεξαιρέτως.
• Ο τρίτος καρπός της δευτέρας τριάδος είναι η αγαθοσύνη, δηλαδή το καλό όχι μόνο θεωρητικώς αλλά και πρακτικώς, όχι μόνο δυνάμει αλλά και ενεργεία στη ζωή μας.
Και τέλος η τρίτη τριάδα των καρπών.
• Πίστις. Πίστις όχι με τη συνηθισμένη έννοια αλλά με την πρώτη σημασία. Άνθρωπος πίστεως είναι ο άξιος εμπιστοσύνης, ο αξιόπιστος. Αυτός λέει «το ναι ναι» και «το ου ου» (Ματθ. 5,37 κ.α.), το φως φως και το σκότος σκότος (πρλ. Ησ. 5,20), την ήμερα ήμερα και τη νύχτα. Αυτός είναι σταθερός και ειλικρινής.
• Ωραίος καρπός ακόμα είναι η πραότης, που έχει σχέση με την ταπείνωση το ήρεμο και ησύχιο πρόσωπο, που μοιάζει με γαλήνια θάλασσα.
• Και τελευταίος καρπός είναι η εγκράτεια, που την ύμνησαν οι πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και αρχαίοι προγονοί μας που έλεγαν Η πιο μεγάλη νίκη δεν είναι αυτή που κατήγαγε ο μέγας Αλέξανδρος• είναι να νικήσουμε τον εαυτό μας, τις κακίες και τα πάθη μας.
Ιδού λοιπόν, οι εννέα καρποί, τρεις τριάδες, κατ' αντιστοιχία της αγίας Τριάδος.
Και τώρα ερωτώ, αγαπητοί μου• υπάρχουν σήμερα οι καρποί αυτοί; Εάν υπάρχουν, τότε υπάρχει χριστιανική ζωή. Εάν πάλι δεν υπάρχουν, μην απελπισθούμε. Ας αναλογισθούμε, ότι και τα άγρια δέντρα μπορούν να γίνουν ήμερα και καρποφόρα. Αυτό δεν είναι μία λογοτεχνική και ποιητική έκφρασης• είναι μία πραγματικότης.
Ο χριστιανισμός πραγματοποίησε την πιο μεγάλη αλλαγή στον κόσμο. Οι άλλες αλλαγές είναι προσωρινές και επιφανειακές, δεν αγγίζουν το βάθος. Πρέπει ν' αλλάξει η καρδιά του ανθρώπου• και για ν' αλλάξει, χρειάζεται μια δύναμις υπερφυσική. Έχουμε τέτοια παραδείγματα. Ένα είναι ο απόστολος Παύλος που ήταν άγριο δένδρο και έγινε καρποφόρο, και μάλιστα παγκοσμίως. Άλλο παράδειγμα είναι ο ιερός Αυγουστίνος που ήταν επίσης άγριο, άκαρπο δέντρο, αλλά με την πίστη στο Χριστό έγινε δέντρο του οποίου τον καρπό γεύεται μέχρι σήμερα όλος ο κόσμος.
Ο Πλάτων ονομάζει τον άνθρωπο δέντρο. Ενώ όμως τα φυσικά δέντρα έχουν τις ρίζες τους στη γη, ο άνθρωπος έχει τη ρίζα του στον ουρανό. είναι κατ' εξοχήν μεταφυσικό ον, ουράνιο δέντρο, αφού από τον ουρανό τρέφεται.
Σήμερα οι άνθρωποι αγρίεψαν. Χέρσες οι ψυχές, μοιάζουν με Σαχάρα γεμάτη κάκτους και αγκάθια κάθε κακίας. Άλλα Θαρσείτε, αδελφοί. Έχετε την ελπίδα στο Πνεύμα το άγιο. Πιστεύω ακράδαντος, ότι και τα πλέον άγρια δέντρα και τα πλέον σκληρά συστήματα και τα πλέον άθεα καθεστώτα μπορούν να μεταβληθούν σε κάρπιμα δέντρα. Πως, με ποιο τρόπο; Στην γεωπονική υπάρχει η μέθοδος που λέγεται εμβολιασμός μ' ένα μικρό φλοιό η κλαδάκι, που λέγεται εμβόλιο, η άγρια ελιά μεταβάλλεται σε ήμερη. Χρειάζεται λοιπόν και η άνθρωπότης εμβόλιο. Το δε πνευματικό εμβόλιο, που μεταβάλλει τον άνθρωπο, είναι η Πίστης στον Κύριο.
Την αγία αυτή ημέρα ας εξετάσουμε καθένας τον εαυτό του ως άτομο Τι είμεθα; Ας εξετάσουμε Τι είμεθα και ως οικογένεια; Τι είμεθα ως κοινωνία; Τι είμεθα ως κράτος; Μήπως είμεθα άγρια δέντρα; Εάν είμεθα άγρια δέντρα, πρέπει να μεταβληθούμε. Ο άνθρωπος είναι μεταβλητό ον, μπορεί να μεταβληθεί. Και με τη δύναμη του Θεού μεταβάλλεται από άγριο σε ήμερο, από ληστή σε προφήτη και διδάσκαλο του ευαγγελίου.
Εύχομαι να γίνουμε καρποφόρα δέντρα και να φέρουμε τους εννέα αυτούς καρπούς• πρώτη τριάς «αγάπη, χαρά, ειρήνη», δευτέρα τριάς «μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη», και τρίτη τριάς «Πίστης», «πραότης» «εγκράτεια».
Ας εξετάσουμε• έχουμε τις αρετές αυτές; Εάν δεν τις έχουμε και είμαστε άκαρπα δέντρα, αλίμονο! Τι είπε ο Κύριος• «Παν δένδρο μη ποιούν καρπό καλόν εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται» (Ματθ. 7,19). Φωτιά και τσεκούρι μας περιμένει. Τα άκαρπα δέντρα είναι καταδικασμένα. Πόλεμος παγκόσμιος, Αρμαγεδδών της ανθρωπότητας, θα τα ξεριζώσει όλα, είτε πρόκειται για άτομα είτε για σύνολα και συστήματα.
Είθε, δια των πρεσβειών της Παναγίας και πάντων των αγίων, ο Παράκλητος να μας επισκίαση και ο καθένας μας να παρουσίαση στη ζωή του καλούς καρπούς και ως άτομο και ως οικογένεια και ως έθνος, για να είμεθα δέντρα καρποφόρα εις αιώνας αιώνων αμήν.
επίσκοπος Αυγουστίνος
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία η οποία έγινε
στον Ιερό Ναό του Άγιου Παντελεήμονα Φλωρίνης
την 15-06-1981. Καταγραφή και σύντμησης 20-06-2005

Σάββατο 18 Ιουνίου 2016

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ & Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ


Η τάξη της Εκκλησίας έχει απίστευτη συνέπεια. Από την Πέμπτη της Αναλήψεως μέχρι και το Σάββατο πριν την Πεντηκοστή, το Σάββατο δηλαδή των ψυχών, γίνεται μια πολύ καλή “επανάληψη” από Λειτουργία σε Λειτουργία, του Ευαγγελίου της Διαθήκης, απ’ τον ευαγγελιστή Ιωάννη, δηλαδή του πρώτου αναγνώσματος από τα δώδεκα των Παθών.

Επανάληψη αναγκαία, για να διδαχθούμε καλύτερα ώστε να ζήσουμε την μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής. Η λαλιά των Προφητών, η σάρκωση του Χριστού, τα θαύματα, οι ομιλίες και οι παραβολές, ο Σταυρός και η Ανάσταση γι’ αυτή την μέρα έγιναν. Για να έρθει η ουράνια Εκκλησία στη γη. Για να γίνει η γη ουρανός. Να οδηγήσει ο Θεός στην συνάντηση μαζί Του.

Στον Ιωάννη λοιπόν φανερώνεται αυτός ο Θεός. Διδάσκει ο Χριστός την Αλήθεια της Εκκλησίας σε ‘κεινους τους μαθητές που εκείνη τη στιγμή, πριν το Πάθος, είναι ανίκανοι να κατανοήσουν. Τα είχαν όλα. Αν πρόδωσαν λίγο τον Χριστό, αυτό έγινε για λίγες ώρες. Δεν τους έλειπε τίποτε, εκτός από το βασικότερο: Πνεύμα Άγιο. Δεν είχαν Εκκλησία, γι’ αυτό, έστω και για εκείνο το λίγο, διασκορπίστηκαν.
Γινόμαστε κι εμείς ένα με τους Αποστόλους: διασκορπιζόμαστε. Ο καθένας τραβάει το δρόμο του κι οι δρόμοι μας, πάνω στις λεωφόρους μας, δεν συναντιούνται ποτέ. Μπορεί να έχουμε κοινές, ίσως ιδέες, αλλά δεν έχουμε σκοπό κοινό.

Οι μαθητές όμως εν τέλει είχαν. Σκορπίστηκαν για λίγο και σε ενότητα καθώς ήταν, αν και φοβισμένοι, αντάμωσαν τον Αναστημένο. Τον είδαν στον Ουρανό και τώρα την υπόσχεσή Του περιμένουν. Όταν συναντήσουμε τους δρόμους μας στον κοινό σκοπό, τότε θα δούμε ότι οι “μικρο-σκοποί” μας πεθαίνουν, ας είναι οι λεωφόροι σθεναρές. Κι ο σκοπός είναι ο Χριστός, αλλιώς ψεύτες γινόμαστε της υπόστασής μας, της εν τέλει, μοναδικής προσωπικής μας αλήθειας.

Η άνω Ιερουσαλήμ, η πατρίδα μας, η Εκκλησία είναι.

Ιάσονος Ιερομ.

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ


Ημέρα Κυριακή
Αργά το απόγευμα της ημέρας της Αναστάσεως οι δέκα μαθητές χωρίς τον Θωμά είναι συγκεντρωμένοι σ’ ένα σπίτι στην Ιερουσαλήμ. Κι ενώ οι καρδιές τους είναι βαθιά πληγωμένες από τα γεγονότα της Παρασκευής και οι θύρες του σπιτιού κλειδαμπαρωμένες, ξαφνικά εμφανίζεται ο αναστημένος Κύριος ανάμεσά τους και τους λέει: «Εἰρήνη ὑμῖν». κι αμέσως τους δείχνει τα σημάδια των πληγών του, για να πεισθούν ότι είναι ο ίδιος ο Διδάσκαλός τους που αναστήθηκε. Πόσο γρήγορα άλλαξαν όλα, πώς τόσο ξαφνικά η χαρά πλημμύρισε τις καρδιές τους! Και ο Κύριος τους ξαναλέει: «Εἰρήνη ὑμῖν»· όπως με απέστειλε ο Πατέρας μου στον κόσμο για το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων, έτσι κι εγώ στέλνω εσάς να συνεχίσετε το έργο μου. Και τους μετέδωσε πνοή ουράνιας ζωής εμφυσώντας στο πρόσωπό τους και λέγοντας: «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον». Όσων ανθρώπων τις αμαρτίες θα συγχωρείτε, θα είναι συγχωρημένες από τον Θεό, και όποιων δεν τις συγχωρείτε, θα μένουν ασυγχώρητες.

Σε λίγο ο Κύριος έγινε άφαντος. Η ημέρα όμως εκείνη χαράχθηκε ανεξίτηλα στην καρδιά τους ως η ιερότερη της ζωής τους. Ήταν η ημέρα εκείνη, η μία των Σαββάτων, η Κυριακή της Αναστάσεως. Αυτήν ακριβώς τη σημασία της ημέρας θέλει να τονίσει ο ιερός ευαγγελιστής Ιωάννης. Γι’ αυτό και επαναλαμβάνει: «τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων».

Βέβαια οι άγιοι Απόστολοι δεν είχαν καταλάβει αμέσως τη σημασία εκείνης της πρώτης Κυριακής στην ιστορία του Κόσμου. Όμως ο ίδιος ο Κύριος κατέδειξε την ιερή θέση της ευθύς εξαρχής. Αυτός την ευλόγησε με την Ανάστασή του. Αυτός οικονόμησε έτσι τα πράγματα, ώστε να είναι συναγμένοι την ημέρα εκείνη οι άγιοι Απόστολοι για να τους προσφέρει τα αγαθά της Αναστάσεώς του. Ημέρα Κυριακή πάλι, μετά από οκτώ μέρες, εμφανίζεται στους ένδεκα. Ημέρα Κυριακή κατόπιν αποστέλλει το Άγιο Πνεύμα στους μαθητές του. Ημέρα Κυριακή αργότερα αποκαλύπτεται στην Πάτμο στον ευαγγελιστή Ιωάννη. Βέβαια ο Αναστάς είναι παρών μέσα στο λαό του κάθε μέρα, ιδιαιτέρως όμως κάθε Κυριακή ζητά από τους πιστούς όλων των αιώνων να είμαστε συναγμένοι για να Τον δούμε με τα μάτια της ψυχής μας και να Τον ψηλαφήσουμε. Κι εκείνος να μας ευλογήσει και να μας μεταδώσει την ειρήνη του. Να εγκαταστήσει μέσα μας ανάπαυση και χαρά. Να μας προσφέρει διά των λειτουργών του τη συγχώρηση των αμαρτιών μας. Θέλει να μας κάνει συνδαιτυμόνες στο δείπνο του. Να μας προσφέρει τα ακριβότερα δώρα του, το Τίμιο Σώμα του και το Άχραντο Αίμα του. Μας περιμένει κάθε Κυριακή να μας δώσει δύναμη νέας ζωής. Ώστε να σκορπιστούμε στα σπίτια μας, να μεταδώσουμε την εμπειρία που ζούμε στο Ναό κάθε Κυριακή. Ώσπου να γίνει όλη η ζωή μας μια Κυριακή αιώνια, αληθινή. Μην απουσιάζουμε λοιπόν καμία Κυριακή από το Ναό του Θεού.

Όχι απομόνωση
Ο Θωμάς δυστυχώς απουσίαζε από τη σύναξη αυτή της Κυριακής. Κι όταν τον είδαν κάποια άλλη στιγμή οι μαθητές και γεμάτοι ενθουσιασμό του είπαν: «τον είδαμε τον Κύριο!», αυτός έλεγε: Εάν δεν Τον δω με τα μάτια μου και δεν βάλω το δάκτυλό μου στο σημάδι των καρφιών, δεν πρόκειται να πιστεύσω. Οκτώ μέρες μαρτυρικές πέρασε ο Θωμάς. Μέχρι την επόμενη Κυριακή· όταν ήταν και πάλι συναγμένοι οι μαθητές, μαζί τώρα με τον Θωμά. Οι θύρες του σπιτιού και πάλι κλειστές και ξαφνικά ήλθε και πάλι ο Ιησούς ανάμεσά τους λέγοντας: «Εἰρήνη ὑμῖν». Κι έπειτα στράφηκε στον Θωμά και του είπε: Έλα, Θωμά, φέρε το δάχτυλό σου εδώ στα σημάδια των πληγών μου, δες τα χέρια μου, βάλε το χέρι σου στην πλευρά μου, και μην αφήνεις τον εαυτό σου να κυριευθεί από απιστία, αλλά γίνε πιστός. Τότε ο Θωμάς σε μία έκρηξη χαράς αναφώνησε: Είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου! Και ο Κύριος του απαντά: Πιστεύεις επειδή με είδες! Είναι μακάριοι αυτοί που θα πιστεύσουν σε μένα χωρίς να με έχουν δει.

Γιατί όμως ο Θωμάς έδειξε τέτοια δυσπιστία; Πώς δεν θυμήθηκε τις προρρήσεις του Κυρίου για την Ανάστασή του; Πώς δεν θυμήθηκε την ανάσταση του υιού της χήρας της Ναΐν και του Λαζάρου που τις είχε δει με τα μάτια του; Και τώρα γιατί, ενώ οι άλλοι μαθητές τον διαβεβαίωναν, παρέμεινε δύσπιστος;

Ο Θωμάς βέβαια είχε κάποια δυσκολία. Ήταν ένας χαρακτήρας συναισθηματικός, ευαίσθητος και μελαγχολικός. Ο θάνατος του λατρευτού του Κυρίου ασφαλώς τον είχε βυθίσει σε κατάσταση απογοητεύσεως και μελαγχολίας. Εδώ όμως ακριβώς έκανε ένα τραγικό λάθος, απομονώθηκε από τους άλλους μαθητές. Γι’ αυτό και ταλανίστηκε πολύ τόσες μέρες. Οι άλλοι πανηγύριζαν κι αυτός υπέφερε. Δεν ήταν βέβαια άπιστος, αλλά βρισκόταν σε κατάσταση κρίσιμη. Κινδύνευε πολύ.

Και ο Κύριος συγκαταβαίνει στην ολιγοπιστία του Θωμά. Κι έρχεται την ίδια μέρα και ώρα, στον ίδιο τόπο, με τον ίδιο τρόπο, λέγοντας τα ίδια λόγια, για να επαναφέρει το Θωμά στην πίστη. Και με μία τρυφερότητα μοναδική του δείχνει ότι γνωρίζει το δράμα που πέρασε και θέλει να τον οδηγήσει σε πίστη και μετάνοια. Διδάσκει όμως ταυτόχρονα κι αυτόν και όλους μας να μην απομονωνόμαστε ποτέ όταν μας ζώνουν λογισμοί αμφιβολιών και απογοητεύσεων. Διότι έτσι κινδυνεύουμε. Αλλά να προστρέχουμε στο έλεος του Κυρίου, μέσα στην κοινωνία των πιστών, στην αγία μας Εκκλησία, για να λάβουμε πίστη και δύναμη, χαρά κι ελπίδα. Και να αναφωνούμε μαζί με τον Θωμά: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου»!

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

Η τρίτη Κυριακή των Νηστειών ονομάζεται <<Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης>>. Μετά από τη μεγάλη Δοξολογία στον όρθρο, ο Σταυρός μεταφέρεται σε μια σεμνή πομπή στο κέντρο του ναού και παραμένει εκεί όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, οπότε στο τέλος κάθε ακολουθίας γίνεται προσκύνηση του Σταυρού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέμα του Σταυρού, που κυριαρχεί στην υμνολογία αυτής της Κυριακής, παρουσιάζεται όχι μέσα στα πλαίσια του πόνου, αλλά της νίκης και της χαράς.
Βρισκόμαστε στη μέση της Μεγάλης Σαρακοστής. Από τη μια πλευρά η φυσική και πνευματική προσπάθεια, αν είναι συστηματική και συνεχής, αρχίζει να μας γίνεται αισθητή, το φόρτωμα να γίνεται πιο βαρύ, η κόπωση πιο φανερή. Έχουμε ανάγκη από βοήθεια και ενθάρρυνση. Από την άλλη πλευρά, αφού αντέξουμε αυτή τη κόπωση και έχουμε αναρριχηθεί στο βουνό μέχρι αυτό το σημείο, αρχίζουμε να βλέπουμε το τέλος της πορείας μας και η ακτινοβολία του Πάσχα γίνεται πιο έντονη.
Η Σαρακοστή είναι η σταύρωση του εαυτού μας, είναι η εμπειρία - περιορισμένη βέβαια - που αποκομίζουμε από την εντολή του Χριστού που ακούγεται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής: <<όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας απαρνηθεί τον εαυτό του ας σηκώσει το σταυρό του, και έτσι ας με ακολουθεί>> (Μαρκ.8,34).
Αλλά δεν μπορούμε να σηκώσουμε το σταυρό μας και ν' ακολουθήσουμε το Χριστό αν δεν ατενίζουμε το Σταυρό που Εκείνος σήκωσε για να μας σώσει. Ο δικός Του Σταυρός είναι εκείνος που δίνει νόημα αλλά και δύναμη στους άλλους. Αυτό μας εξηγεί το συναξάρι της Κυριακής:
Στη διάρκεια της νηστείας των σαράντα ημερών, κατά κάποιο τρόπο, και μείς σταυρωνόμαστε, νεκρωνόμαστε από τα πάθη, έχουμε την πίκρα της ακηδίας και της πτώσης, γι' αυτό υψώνεται ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, για αναψυχή και υποστήριξή μας. Μας θυμίζει τα πάθη του Κυρίου και μας παρηγορεί.. Είμαστε σαν τους οδοιπόρους σε δύσκολο και μακρινό δρόμο που, κατάκοποι, κάθονται για λίγο να αναπαυθούν. Με το ζωοποιό Σταυρό γλυκαίνει την πίκρα που νοιώθουμε από τη νηστεία, μας ενισχύει στη πορεία μας στην έρημο έως ότου φθάσουμε στην πνευματική Ιερουσαλήμ με την ανάστασή Του.. Επειδή ο Σταυρός λέγεται Ξύλο Ζωής και είναι εκείνο το ξύλο που φυτεύθηκε στον Παράδεισο, γι' αυτό και οι θείοι Πατέρες τοποθέτησαν τούτο στο μέσο της Σαρακοστής, για να μας θυμίζει του Αδάμ την ευδαιμονία και την πτώση του από αυτή, να μας θυμίζει ακόμα ότι με τη συμμετοχή μας στο παρόν Ξύλο δεν πεθαίνουμε πια αλλά ζωογονούμαστε>>.

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ

Σκληρό και άκαρδο παρουσιάζει η ευαγγελική περικοπή Ματ 15:21-28 τον Ιησού. Ακολουθούμενος από τους μαθητές του πηγαίνει στην περιοχή της Τύρου και Σιδώνας, μια περιοχή της Χαναάν, στον σημερινό νότιο Λίβανο, που κατοικούνταν από ειδωλολάτρες, τους οποίους οι Ισραηλίτες θεωρούσαν εχθρούς τους. Μια δυστυχισμένη γυναίκα της περιοχής τον παρακαλεί να τη βοηθήσει: «Ελέησέ με, Κύριε, Γιε του Δαβίδ·  η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο». Αλλά αυτός κάνει πως δεν ακούει. Η γυναίκα φωνάζει, αλλά αυτός μένει ασυγκίνητος, τόσο που προκαλεί την αντίδραση των μαθητών του: «Διώξε την» του λένε «γιατί μας ακολουθεί και φωνάζει». Ο Ιησούς, εντούτοις, παραμένει αδιάφορος και δηλώνει “αναρμόδιος”: «Η αποστολή μου περιορίζεται μόνο στους πλανημένους Ισραηλίτες», λέει. Όμως η γυναίκα επιμένει. Τρέχει, τον προφταίνει, πέφτει στα πόδια του και τον παρακαλεί: «Κύριε βοήθησέ με». Αλλά και η σκληρότητα του Ιησού φτάνει στο αποκορύφωμά της. Προσπαθεί να την ξεφορτωθεί με τα πιο προσβλητικά λόγια: «Δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών και να το πετάξει στα σκυλιά», της λέει.
Η περικοπή αυτή δίνει μια εικόνα του Ιησού εντελώς διαφορετική από την συνήθη. Δεν είναι πια ο καλοκάγαθος δάσκαλος, που συμμερίζεται τα βάσανα των συνανθρώπων του, λυπάται για τη δυστυχία τους και σπεύδει πρόθυμα όπου τον καλούν, για να προσφέρει τη βοήθειά του· ψωμί για τους πεινασμένους, φως για τους τυφλούς, υγεία για τους αρρώστους, χαρά για όλους. Αντίθετα, εμφανίζεται σαν ένας σκληρόκαρδος φαρισαίος, ένας υπερφίαλος εθνικιστής, που καμαρώνει για την καταγωγή του και περιφρονεί όλους τους άλλους.

Η περίεργη στάση του Ιησού φαίνεται δυσερμήνευτη. Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι ήθελε να δοκιμάσει την πίστη της γυναίκας, αλλά και πάλι δεν δικαιολογείται τόσο σκληρή συμπεριφορά. Αρκούσε να την ρωτήσει αν πιστεύει, όπως έκανε σε τόσες άλλες περιπτώσεις. Άλλωστε η γυναίκα δήλωσε από την πρώτη στιγμή την πίστη της στη δύναμη του Ιησού, αφού τον αποκάλεσε “Κύριο”, δηλαδή Θεό και “Γιο του Δαβίδ”, δηλαδή εντολοδόχο του Θεού, Μεσσία. Άρα κάποιον άλλο στόχο είχε η σκληρότητα του Ιησού. Για να εκτιμηθεί η στάση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα όσα προηγήθηκαν του επεισοδίου που περιγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος.

Ο Ιησούς βρισκόταν λίγο πριν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου συνάντησε την περιφρόνηση και την απιστία των συμπατριωτών του (Ματ 13:53-58), ώστε να αναγκαστεί να πει την παροιμιακή φράση: «Δεν υπάρχει προφήτης που να μην τον περιφρονούν οι συμπατριώτες του κι η οικογένειά του». Την ίδια απιστία συνάντησε νωρίτερα και στην ευρύτερη περιοχή της Γαλιλαίας, παρά τα θαύματα που έκανε, ώστε να πει στους συμπατριώτες του με παράπονο: «Αν γινόταν στην Τύρο και στην Σιδώνα όσα θαύματα έγιναν σ’ εσάς, οι κάτοικοί τους θα είχαν μετανοήσει από καιρό … Γι’ αυτό σας βεβαιώνω πως ο Θεός θα δείξει μεγαλύτερη επιείκεια την ημέρα της κρίσεως για την Τύρο και την Σιδώνα παρά για σας» (Ματ 11:21-22). Αφορμή όμως για τη φυγή στην περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας φαίνεται να έδωσε μια διαφωνία του Ιησού με τους φαρισαίους (Ματ 15:1-20), στην οποία οι μαθητές του δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τη θέση του και μάλιστα έσπευσαν να του επισημάνουν ότι «Ξέρεις πως οι Φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν μ’ αυτά τα λόγια που άκουσαν;» (Ματ 15:12). Έτσι, τους παίρνει μαζί του και πηγαίνουν στην Φοινίκη, όπου συμπεριφέρεται σαν πραγματικός φαρισαίος. Θέλει με τη στάση του αυτή να δείξει πόσο απάνθρωπες και άδικες μπορούν να αποδειχτούν συμπεριφορές που πολλές φορές φαντάζουν θεάρεστες.

Οι Ιουδαίοι είχαν αναπτύξει από αιώνες την πεποίθηση ότι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού. Στους χρόνους του Ιησού η πίστη αυτή είχε οδηγήσει ορισμένους κύκλους στην περιφρόνηση όλων των άλλων λαών, τους οποίους θεωρούσαν ακάθαρτους και προορισμένους για την καταστροφή. Πίστευαν ακόμη ότι η περιφρόνηση αυτή ήταν σύμφωνη με το θέλημα του Θεού, αφού θεωρούσαν τον Θεό υποχρεωμένο να παίρνει το μέρος τους. Η σκληρή, λοιπόν, στάση του Ιησού δεν στρεφόταν κατά της δυστυχισμένης εκείνης γυναίκας, αλλά κατά των αντιλήψεων αυτών, φορείς των οποίων ήταν και οι μαθητές του.

Στρέφεται όμως και ενάντια σε ανάλογες αντιλήψεις που έχουν αναπτύξει και σήμερα διάφορες ομάδες χριστιανών. Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι χριστιανοί που, βέβαιοι για τη δική τους σωτηρία, αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση όσους δεν τελούν με την ίδια επιμέλεια τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που, όταν νηστεύουν, κατακρίνουν όσους δεν κάνουν το ίδιο ή, όταν πηγαίνουν στην εκκλησία, σκέφτονται επιτιμητικά για όσους δεν εκκλησιάζονται. Τέλος, δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι ως Έλληνες και ως χριστιανοί ορθόδοξοι είναι προικισμένοι με ιδιαίτερα προνόμια από τον Θεό, ότι ο Θεός είναι δικός τους και σχεδόν υποχρεωμένος να τους υποστηρίζει. Απέναντι σ’ αυτές τις βεβαιότητες ο Χριστός απαντά μέσα από τη σύντομη αυτή ευαγγελική περικοπή ότι ο Θεός δεν δεσμεύεται ούτε από την καταγωγή, αλλά ούτε ακόμη και από τις τελετές και τις προσφορές των ανθρώπων. Το ότι κάποτε κάποιος βαφτίστηκε και το ότι δηλώνει χριστιανός δεν αποτελεί εγγύηση για τη σωτηρία του αν δεν καλλιεργεί την πίστη. Και η καλλιέργεια της πίστης δεν επιτυγχάνεται με μια τυπική επίσκεψη στην εκκλησία, έτσι για να τα έχει κανείς καλά και με τον Θεό, αλλά με συνεχή αγώνα και καθημερινή προσπάθεια αναγνώρισης του θελήματός του και ανταπόκρισης σ’ αυτό. Η Χανααναία της περικοπής ανήκε σε διαφορετική από τους Ιουδαίους φυλή και είχε άλλη θρησκεία. Με την πίστη της όμως στο μήνυμα του Ιησού κατόρθωσε να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια που έθετε η εθνική και θρησκευτική εχθρότητα και να κερδίσει τελικά τη θεραπεία της κόρης της.

Μόνο μια τέτοια πίστη και ένας τέτοιος αγώνας μπορεί να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια που κρατούν μέχρι σήμερα χωρισμένους τους ανθρώπους, ακόμη και τους χριστιανούς μεταξύ τους. Μόνον όταν οι χριστιανοί φτάσουν σε τέτοια επίπεδα πίστης, ώστε να μη ξεχωρίζουν τους ανθρώπους με βάση το χρώμα τους, την καταγωγή τους, το φύλλο τους, ακόμη και τη θρησκεία τους, θα μπορούν να ελπίζουν με βεβαιότητα ότι έχουν κάνει ένα μεγάλο βήμα προς την πραγμάτωση της Βασιλείας του Θεού.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Το γεγονός αυτό εξιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς στο κεφάλαιο Β', στ. 22-35. Συνέβη σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του παιδιού Ιησού. Σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο, η Παρθένος Μαρία, αφού συμπλήρωσε το χρόνο καθαρισμού από τον τοκετό, πήγε στο Ναό της Ιερουσαλήμ μαζί με τον Ιωσήφ, για να εκτελεσθεί η τυπική αφιέρωση του βρέφους στο Θεό κατά το «πάν άρσεν διανοίγον μήτραν (δηλαδή πρωτότοκο) άγιον τω Κυρίω κληθήσεται» και για να προσφέρουν θυσία, που αποτελούνταν από ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια. Κατά τη μετάβαση αυτή, δέχθηκε τον Ιησού στην αγκαλιά του ο υπερήλικας Συμεών (βλέπε 3 Φεβρουαρίου). Αυτό το γεγονός αποτελεί άλλη μια απόδειξη ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν ήλθε να καταργήσει τον Μωσαϊκό νόμο, όπως ισχυρίζονταν οι υποκριτές Φαρισαίοι και Γραμματείς, αλλά να τον συμπληρώσει, να τον τελειοποιήσει.
Κατά την ολονυκτία της Υπαπαντής στην Κωνσταντινούπολη, οι βασιλείς συνήθιζαν να παρευρίσκονται στο Ναό των Βλαχερνών. Η συνήθεια αυτή εξακολούθησε μέχρι τέλους της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

ΤΑ ΤΡΙΑ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΑ



Το βάπτισμα του Ιωάννου
Ο Τίμιος Πρόδρομος εκήρυττε μετάνοια και επιστροφή στον Θεό. Και εκείνους, που άκουγαν το μήνυμά του και μετανοούσαν για τις αμαρτίες τους, τους εβάπτιζε.

Εκείνοι, που ήθελαν να λάβουν το βάπτισμα, ώφειλαν να μπουν στον Ιορδάνη γυμνοί. Για να φαίνεται αισθητά ότι η αμαρτία ξεγυμνώνει τον άνθρωπο από το ένδυμα της χάρης του Θεού· από κάθε χάρισμα του Θεού· από κάθε σχέση με τον Θεό. Και ενώ έστεκαν γυμνοί μέσα στον Ιορδάνη, εξομολογούντο τις αμαρτίες τους. Με τον τρόπο αυτό διεκήρυτταν, ότι η αμαρτία είναι ρεζιλίκι. Είναι ντροπή πολύ χειρότερη από κάθε γύμνωση· από κάθε ξεγύμνωμα.
Τί έπαιρναν με το βάπτισμα εκείνο; Σχεδόν τίποτε. Ο άγιος Ιωάννης το ξεκαθάριζε από την αρχή: Εγώ «βαπτίζω εν ύδατι». Εγώ βαπτίζω με απλό νεράκι. Από εμένα το νερό αυτό δεν παίρνει τίποτε. Νερό ήταν. Νερό μένει. Μπορεί να πλένει το σώμα. Αλλά δεν πλένει την ψυχή. Η ψυχή μένει με όλο το βάρος των αμαρτιών της. Εκείνος όμως που βαπτίζεται, κάνει ο ίδιος μια πράξη ηρωική. Κατηγορεί την αμαρτία ότι δεν είναι πλούτος· ούτε κέρδος· αλλά αίσχος· ντροπή· φτώχεια· ρε­ζιλίκι.

Αυτό ήταν το βάπτισμα του Ιωάννου. Μία βοήθεια στον άνθρωπο να συνειδητοποιήσει ότι η αμαρτία είναι ζημία· και ότι η προετοιμασία, για την βασιλεία του Θεού που έρχεται, αρχίζει με την μετάνοια.

Το Βάπτισμα του Χριστού
Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι αναμάρ­τητος. Σαν αναμάρτητος δεν το είχε ανάγκη το βάπτισμα του Ιωάννου. Δεν θα Του πρόσθετε τίποτε. Δεν επήγε λοιπόν να βαπτισθεί από τον Ιωάννη για τον Εαυτό Του. Για μας επήγε και βαπτίσθηκε, «διά την ημετέραν σωτηρίαν», όπως το ομολογούμε στην απόλυση. Όλα εκείνα, που έγιναν στην βάπτισή Του, δεν έγιναν γι’ Αυτόν. Για χάρη μας έγιναν. Για να ανοίξουν τα μάτια μας, τα μάτια της ψυχής μας, και να ιδούμε την αλήθεια. Για να καταλάβουμε, όχι τί έγινε στον Χριστό με την βάπτισή Του, αλλά τί έγινε με την βάπτιση του Χριστού στο νερό του Ιορδάνη.

Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Μονογενής Υιός του Θεού. Είναι ο ομοούσιος με τον Πατέρα. Είναι πλήρης χάριτος και αληθείας. Είναι η Πηγή του Αγιασμού. Μόλις λοιπόν επήγε και ζήτησε βάπτισμα μετανοίας, τρόμαξε ο Ιωάννης· και έφριξε και εστράφη εις τα οπίσω ο Ιορδάνης. Γιατί έβλεπαν το Πυρ της Θεότητος να κατεβαίνει στο νερό. Αυτό το Πυρ μπήκε στο νερό. Αλλά δεν έκαψε τον Ιορδάνη· τον αγίασε. Και τον έκαμε, από απλό νερό, νερό γεμάτο Πνεύμα Άγιο. Στα μάτια του έξω ανθρώπου συνέχισε να φαίνεται νερό. Ήταν όμως ένα νερό, που η παρουσία και η αγιαστική δύναμη του Ιησού, το είχε μεταστοιχειώσει. Το είχε γεμίσει Πνεύμα Άγιο.

Γι’ αυτό και εμείς σήμερα ομολογούμε ότι ο Χριστός εν Ιορδάνη βαπτισθήναι καταδεξάμενος ΑΓΙΑΣΕ τα ύδατα. Τα έκαμε Μεγάλο Αγιασμό. Αυτό το ίδιο νερό, εκείνης της πανίερης στιγμής, έχουμε μέσα στην αγία Κολυμβήθρα της Εκκλησίας μας σε κάθε βάπτισμα Χριστιανού.

Το δικό μας Βάπτισμα
Όλοι μας βαπτισθήκαμε σ’ αυτό το άγιο νερό.

Όταν βαπτιζόμαστε, βυθιζόμαστε μέσα στο νερό της κολυμβήθρας. Το βύθισμα αυτό συμ­βολίζει ότι πεθάναμε για την αμαρτία, όπως ο Χριστός πέθανε στο Σταυρό. Γιατί, όπως λέγει ο απόστολος Παύλος, «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθημεν, εις τον θάνατον Αυτού εβαπτίσθημεν» (Ρωμ. 6, 4). Όποιος λοιπόν βαπτίσθηκε, πέθανε! Για την αμαρτία πέθανε! Σωματικά ζει. Και πρέπει να ζει. Και όλοι στους νεοφώτιστους ευχόμαστε να ζουν και να είναι εκατόχρονοι. Αλλά για την αμαρτία πρέπει να πεθάνουμε. Και μάλιστα εφ’ άπαξ, δη­λαδή, οριστικά και αμετάκλητα! Και από εκεί και πέρα να ζούμε πνευματικά.

Να ζούμε εκείνο που εγίναμε στο βάπτισμα. Τί εγίναμε; Τέκνα Θεού κατά χάρη. Υιοί φωτός. Κληρονόμοι της Βασιλείας του Θεού. Καινή κτίση. Άνθρωποι όχι πια από σάρκα, αλλά άνθρωποι γεμάτοι χάρη και χαρίσματα του Αγίου Πνεύμα­τος. Άνθρωποι με την «σφραγίδα του Θεού»· με την «σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος». Κάτι το πολύ μεγάλο! Κάτι το εντελώς αλλοιώτικο, από ό,τι είμασταν μέχρι τότε. Δεν είμαστε πια ένας κάποιος άνθρωπος. Είμαστε Χριστιανοί! Μέλη του Σώματος του Χριστού!

Φροντίζουμε να μάθουμε, τί σημαίνει «είμαστε Χριστιανοί»; Φροντίζουμε να το καταλάβουμε, ότι «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθημεν, Χριστόν ενεδυσάμεθα»; Φροντίζουμε, να το βιώσουμε; Φροντίζουμε να ζήσουμε, όπως απαιτεί το βάπτισμα;

Θα βεβήλωνες ποτέ εικόνα του Χριστού; Γιατί βεβηλώνεις την ιδιότητα του Χριστιανού; Όπως η σανίδα με ζωγραφισμένη Εικόνα, δεν είναι πια σανίδα, αλλά ιερή Εικόνα, έτσι και ο άνθρωπος, ο βαπτισμένος στο Όνομα του Χριστού, δεν είναι πια απλά άνθρωπος· είναι Χριστιανός· τέκνο του Θεού· εκλεκτός του Θεού. Φροντίζουμε να το συνειδητο­ποιούμε, τί αξία πνευματική έχουμε;

* * *

Λένε ότι κάποτε ένας Ευρωπαίος εξερευ­νητής περιπλανώμενος στην Αφρική, λίγο πριν οι ιθαγενείς «ξυπνήσουν», ευρήκε μερικά νεγράκια να παίζουν με διαμαντόπετρες, χωρίς να φαντάζο­νται τι θησαυρούς κρατούσαν στα χέρια τους. Τα πλησίασε. Τους ζήτησε να κάμουν ανταλλαγή. Θα τους έδινε καραμέλες, σοκολάτες, καθρεφτάκια! Και θα του έδιναν τα χρυσοφόρα χαλίκια τους! Χο­ροπήδησαν από χαρά τα νεγράκια και δέχθηκαν. Δεν μπορούσαν τότε να καταλάβουν ούτε τι έπαιρναν ούτε τι έδιναν.

Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός, και οι ιθαγε­νείς κατάλαβαν. Κατάλαβαν πολλά. Και έμαθαν να προσέχουν σε ακόμη πιο πολλά. Και έπαψαν να γίνονται θύματα για ένα τίποτε.

Εμείς πότε θα ξυπνήσουμε; Πότε θα κα­ταλάβουμε τί αξία μας έδωσε το βάπτισμα; Πότε θα πάψουμε να φερνόμαστε (οι τάχα έξυπνοι εμείς) πιο ανόητα από ό,τι οι ιθαγενείς τότε της Αφρικής; Πότε θα πάψουμε να ενεργούμε σαν κορόϊδα;

(+Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, Ο Θεός επί γης, Έκδ. Ι. Μ. Προφήτου Ηλιού, Πρέβεζα 2015, σ. 66-70)

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Η ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Ο Μωσαϊκός νόμος, διέταζε την περιτομή των αρσενικών παιδιών ('Εξοδ. ΙΒ' 43-49), (Γεν. ΙΖ' 9-19), η οποία γινόταν κατά την ογδόη ημέρα από αυτή της γέννησης του παιδιού (Λευιτ. ΙΓ' 3). Η τελετή αυτή έπαιρνε μέρος μέσα σε κτίριο της Συναγωγής, το πρωί, παρουσία δέκα τουλάχιστον προσώπων. Έτσι και η περιτομή του βρέφους Ιησού έγινε στη Συναγωγή της Βηθλεέμ. Η χειροποίητος αυτή περιτομή στο σώμα ήταν τύπος, που συμβόλιζε την περιτομή της καρδιάς, ενεργούμενης απ' ευθείας υπό του Θεού (Δευτ. Γ 16, Λ'6). Για τη δεύτερη αυτή περιτομή, την αχειροποίητο, ο απ. Παύλος διδάσκει: «Περιετμήθητε περιτομή αχειροποιήτω εν τη απεκδυθεί του σώματος των αμαρτιών της σαρκός, εν τη περιτομή του Χριστού, συνταφέντες αυτώ εν τω βαπτίσματι» (Κολ. Β' 11-12). Δηλαδή, λέει ο απ. Παύλος, περιτμηθήκατε και με περιτομή πνευματική, που ενεργείται απ' το Άγιο Πνεύμα. Και συνίσταται στο γδύσιμο και την αποβολή του σώματος, που δούλεψε στις αμαρτίες της σάρκας. Το γδύσιμο δε αυτό είναι η περιτομή, που πήρατε από τον Χριστό, όταν θαφτήκατε μαζί Του, δια του Αγίου Βαπτίσματος. Το Βρέφος όμως της φάτνης, αφού γεννήθηκε με τον Παλαιό Νόμο, έπρεπε να υποβληθεί και Αυτό στον τύπο, ο οποίος είχε δικαίωμα να ισχύει μέχρι της καταργήσεως του. Η περιτομή την οποία εορτάζουμε και τιμούμε ως Δεσποτική εορτή είναι η απάντηση σε όσους ισχυρίζονταν ότι ο Ιησούς εγεννήθη κατά φαντασίαν. Μετά την περιτομή επέστρεψε στην οικία Του, ζώντας ανθρώπινα και «προκόπτων εν ηλικία και σοφία και χάριτι».

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ: ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ


Χριστός γεννάται, δοξάσατε...» Η ορθόδοξη υμνολογία των Χριστουγέννων αναγγέλλει θριαμβευτικά, αλλά και τοποθετεί θεολογικά, το μέγα μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως.

Αφ’ ότου οι προπάτορές μας, ο Αδάμ και η Εύα, παρήκουσαν την εντολή του Θεού και εκδιώχθηκαν από τον παράδεισο, «η αμαρτία ηγέρθη ως μεσότοιχον έχθρας μεταξύ Θεού και ανθρώπου», όπως γράφει στην Ιερά Κατήχησί του ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, με αποτέλεσμα την ολέθρια αποδέσμευσι του ανθρώπου από τον φιλάνθρωπο Θεό και την αναπόφευκτη υποταγή του στον μισόκαλο διάβολο, στην αμαρτία και τον θάνατο. Έτσι, «προ της Χριστού παρουσίας - λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος - εβασιλεύετο ημών η φύσις υπό του διαβόλου, υπό της αμαρτίας, υπό του θανάτου... Και ο μεν διάβολος ηπάτα, η δε αμαρτία έσφαζεν, ο δε θάνατος έθαπτεν».

Για τη λύτρωσι του ανθρώπου από την τυραννία της ψυχοκτόνου αυτής τριάδος (διάβολος, αμαρτία, θάνατος), δεν απέμενε άλλη ελπίδα από την άφατη θεία φιλανθρωπία.

Έτσι «ο πανάγιος του Πατρός Υιός, εικών ων του Πατρός, παρεγένετο επί τους ημετέρους τόπους, ίνα τον κατ’ αυτόν πεποιημένον άνθρωπον ανακαίνιση» (Μ. Αθανάσιος).

Γι’ αυτό λοιπόν χαίρει η οικουμένη. γι’ αυτό πανηγυρίζει η Εκκλησία. γι’ αυτό του Χρυσορρήμονος η γλώσσα αποκαλεί την εορτή των Χριστουγέννων «μητρόπολιν πασών των εορτών». γι’ αυτό όλοι οι άνθρωποι σκιρτούμε τώρα με ελπίδα: «ότι Θεός εν σαρκί εφάνη, σωτήρ των ψυχών ημών».

Η ομιλία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου «Εις το γενέθλιον του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού», της οποίας το μεγαλύτερο μέρος ακολουθεί σε ελεύθερη νεοελληνική απόδοσι, εκφωνήθηκε στην Αντιόχεια, κάποια Χριστούγεννα της προτελευταίας δεκαετίας του 4ου αι.

Θέμα της είναι το μυστήριο της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού και η ερμηνεία του μεγαλειώδους σχεδίου της θείας οικονομίας. Συγκρίνοντας ο άγιος πατήρ τα γεγονότα Παλαιάς Διαθήκης και Καινής, διαπιστώνει την προαγγελία της ενανθρωπήσεως του Κυρίου, την οποία, αν και γνώριζαν οι Ιουδαίοι, δεν αποδέχθηκαν. Έτσι, τόσο αυτοί όσο, κατ’ επέκτασι, και όλοι οι ανά τους αιώνες άπιστοι και αμφισβητίες ελέγχονται για την αγνωμοσύνη τους προς τον ευεργέτη μας Κύριο.

Ο λόγος του ιερού Χρυσοστόμου με το ενθουσιώδες πανηγυρικό ύφος, τη συστηματική αγιογραφική κατοχύρωσι, τον πλούτο των επιχειρημάτων και τη θεολογική σαφήνεια, τέρπει, πείθει, ενθουσιάζει, συναρπάζει...

Με συνοδοιπόρο λοιπόν τον ιερό πατέρα και τα χρυσά του λόγια, ας πορευθούμε μέχρι το «θεοδέγμον σπήλαιον», κι ας προσκυνήσουμε τον «σπαργάνοις ειλημένον» για τη σωτηρία μας Θεάνθρωπο Κύριο.


Χριστός γεννάται

Μυστήριο παράξενο και παράδοξο αντικρύζω. Φωνές ποιμένων φθάνουν μέχρι τ’ αυτιά μου. Δεν παίζουν σήμερα με τις φλογέρες τους κάποιο τυχαίο σκοπό. Τα χείλη τους ψάλλουν ύμνο ουράνιο.
Οι άγγελοι υμνολογούν, οι αρχάγγελοι ανυμνούν, ψάλλουν τα χερουβείμ και δοξολογούν τα σεραφείμ. Πανηγυρίζουν όλοι βλέποντας τον Θεό στη γη και τον άνθρωπο στους ουρανούς.

Σήμερα η Βηθλεέμ μιμήθηκε τον ουρανό: αντί για αστέρια δέχθηκε τους αγγέλους. αντί για ήλιο, δέχθηκε τον ήλιο της δικαιοσύνης. Μη ζητάς να μάθης πώς. «Όπου γαρ βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις».

Εκείνος λοιπόν το θέλησε. Και το έκανε. Κατέβηκε στη γη και έσωσε τον άνθρωπο. Όλα συνεργάστηκαν μαζί του γι’ αυτό τον σκοπό.
Σήμερα γεννιέται αυτός που υπάρχει αιώνια, και γίνεται αυτό που ποτέ δεν υπήρξε. Είναι Θεός και γίνεται άνθρωπος. Γίνεται άνθρωπος, και πάλι Θεός μένει.

Όταν γεννήθηκε, οι Ιουδαίοι δεν δέχονταν την παράδοξη γέννησί του: Από τη μια οι Φαρισαίοι παρερμήνευαν τα ιερά βιβλία. κι από την άλλη οι γραμματείς δίδασκαν άλλα αντί άλλων. Ο Ηρώδης πάλι ζητούσε να βρη το νεογέννητο βρέφος όχι για να το τιμήση, μα για να το σκοτώση.

Ε, λοιπόν, όλοι αυτοί σήμερα τρίβουν τα μάτια τους, βλέποντας τον βασιλιά τ’ ουρανού να βρίσκεται στη γη, μ’ ανθρώπινη σάρκα, γεννημένος από παρθενική μήτρα.

Και ήρθαν οι βασιλείς να προσκυνήσουν τον επουράνιο βασιλιά της δόξης.
Ήρθαν οι στρατιώτες να υπηρετήσουν τον αρχιστράτηγο των ουρανίων δυνάμεων.
Ήρθαν οι γυναίκες να προσκυνήσουν εκείνον που μετέβαλε τις λύπες της γυναίκας σε χαρά.
Ήρθαν οι παρθένες να προσκυνήσουν εκείνον που δημιούργησε τους μαστούς και το γάλα, και τώρα θηλάζει από μητέρα παρθένο.
Ήρθαν τα νήπια να προσκυνήσουν εκείνον που έγινε νήπιο, για να συνθέση δοξολογικό ύμνο «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων».
Ήρθαν τα παιδιά να προσκυνήσουν εκείνον που η μανία του Ηρώδη τα ανέδειξε σε πρωτομάρτυρες.
Ήρθαν οι άνδρες να προσκυνήσουν εκείνον που έγινε άνθρωπος για ν’ απαλλάξη τους ανθρώπους από τα δεινά τους.
Ήρθαν οι ποιμένες να προσκυνήσουν τον καλό ποιμένα, που θυσίασε τη ζωή του για χάρι των προβάτων.
Ήρθαν οι ιερείς να προσκυνήσουν εκείνον που έγινε αρχιερεύς «κατά την τάξιν Μελχισεδέκ».
Ήρθαν οι δούλοι να προσκυνήσουν εκείνον που πήρε δούλου μορφή, για να μετατρέψη τη δουλεία μας σ’ ελευθερία.
Ήρθαν οι ψαράδες να προσκυνήσουν εκείνον που τους μετέβαλε σε «αλιείς ανθρώπων».
Ήρθαν οι τελώνες να προσκυνήσουν εκείνον που από τους τελώνες ανέδειξε ευαγγελιστή.
Ήρθαν οι πόρνες να προσκυνήσουν εκείνον που παρέδωσε τα πόδια του στα δάκρυα μιας πόρνης.
Κοντολογής, ήρθαν όλοι οι αμαρτωλοί να δουν τον Αμνό του Θεού, που σηκώνει στους ώμους του την αμαρτία του κόσμου:
Οι μάγοι για να τον προσκυνήσουν.
οι ποιμένες για να τον δοξολογήσουν.
οι τελώνες για να τον κηρύξουν.
οι πόρνες για να του προσφέρουν μύρα.
η Σαμαρείτις για να ξεδιψάση.
η Χαναναία για να ευεργετηθή.

Αφού λοιπόν όλοι σκιρτούν από χαρά, θέλω κι εγώ να σκιρτήσω, θέλω να χορέψω, θέλω να πανηγυρίσω. Χωρίς κιθάρα, χωρίς αυλό, χωρίς λαμπάδες αναμμένες στα χέρια μου. Πανηγυρίζω κρατώντας, αντί γι’ αυτά, τα σπάργανα του Χριστού. Αυτά είναι η ελπίδα μου, αυτά η ζωή μου, αυτά η σωτηρία μου, αυτά ο αυλός μου, αυτά η κιθάρα μου. Γι’ αυτό τα 'χω μαζί μου: για να πάρω από τη δύναμί τους δύναμι, για να φωνάξω μαζί με τους αγγέλους «δόξα εν υψίστοις Θεώ», και με τους ποιμένες «και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. 2, 14).

Και ξέρετε γιατί; Γιατί εκείνος που προαιώνια γεννήθηκε από τον Πατέρα ανεξήγητα, γεννιέται σήμερα από παρθένο υπερφυσικά. Το πώς, το γνωρίζει η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Εμείς μόνο τούτο μπορούμε να πούμε: ότι αληθινή είναι και η ουράνια γέννησίς του, αδιάψευστη είναι και η επίγεια. Αλήθεια είναι ότι γεννήθηκε Θεός από Θεό, αλήθεια είναι και ότι γεννήθηκε άνθρωπος από παρθένο. Στον ουρανό είναι ο μόνος που γεννήθηκε από τον Πατέρα μόνο, Υιός του μονογενής. Και στη γη είναι ο μόνος που γεννήθηκε από την Παρθένο μόνο. Υιός της μονογενής. Όπως στην περίπτωσιν της ουράνιας γεννήσεώς του είναι ασέβεια να σκεφθούμε μητέρα, έτσι και στην περίπτωσι της επίγειας γεννήσεώς του είναι βλασφημία να υποθέσουμε πατέρα. Ο Θεός τον εγέννησε με τρόπο θεϊκό. Η Παρθένος τον εγέννησε με τρόπο υπερφυσικό. Έτσι, ούτε η ουράνια γέννησίς του μπορεί να εξηγηθή, ούτε η ενανθρώπησίς του μπορεί να ερευνηθή. Το ότι τον εγέννησε η Παρθένος σήμερα το γνωρίζω. Το ότι τον εγέννησε ο Θεός προαιώνια το πιστεύω. Κι έχω μάθει να τιμώ σιωπηλά τη γέννησί του, χωρίς φιλοπερίεργες έρευνες κι ανώφελες συζητήσεις. Γιατί, σ’ ό,τι αφορά τον Θεό, δεν πρέπει να στέκεται κανείς στη φυσική εξέλιξι των πραγμάτων, αλλά να πιστεύη στη δύναμι εκείνου που κατευθύνει τα πάντα.

Τί φυσικώτερο απ’ το να γεννήση μια παντρεμένη γυναίκα; Αλλά και τί πιο παράδοξο απ’ το να γέννηση παιδί μια παρθένος, χωρίς άνδρα, και πάλι παρθένος να μείνη;

Γι’ αυτό λοιπόν, μπορούμε να ερευνούμε ό,τι γίνεται σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους. Ό,τι όμως συμβαίνει με τρόπο υπερφυσικό, να το σεβόμαστε σιωπηλά. Όχι γιατί είναι επικίνδυνο, αλλ’ επειδή είναι ανερμήνευτο.

Φόβο νιώθω μπροστά στο θείο μυστήριο.
«Τί είπω ή τί λαλήσω;»

Βλέπω εκείνη που γέννησε. Βλέπω κι εκείνον που γεννήθηκε. Αλλά τον τρόπο της γεννήσεως δεν μπορώ να τον καταλάβω. Όπου θέλει, βλέπετε, ο Θεός, νικώνται οι φυσικοί νόμοι. Έτσι έγινε κι εδώ: η φυσική τάξις παραμερίσθηκε, και ενήργησε η θεία θέλησις.
Πόσο ανέκφραστη είναι η ευσπλαχνία του Θεού!

Ο προαιώνιος Υιός του Θεού, ο άφθαρτος και αόρατος και ασώματος, κατοίκησε μέσα στο φθαρτό και ορατό σώμα μας. Για ποιο λόγο; Να, όπως ξέρετε, εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε περισσότερο σ’ ό,τι βλέπουμε παρά σ’ ό,τι ακούμε. Στα ορατά πιστεύουμε. Στα αόρατα απιστούμε. Έτσι, δεν πιστεύαμε στον αόρατο αληθινό Θεό, αλλά λατρεύαμε ορατά είδωλα με μορφή ανθρώπων.

Δέχθηκε λοιπόν ο Θεός να παρουσιαστή μπροστά μας με ορατή μορφή ανθρώπου, για να διαλύση μ’ αυτό τον τρόπο κάθε αμφιβολία για την ύπαρξί του. Κι ύστερα, αφού μας διδάξη με την αισθητή και αναμφισβήτητη παρουσία του, να μας οδηγήση εύκολα στην αληθινή πίστι, στα αόρατα και υπερφυσικά.

Κατάπληξι με γεμίζει το θαύμα!

Παιδί βλέπω τον παλαιό των ημερών!

Σε φάτνη αναπαύεται, αυτός που έχει θρόνο τον ουρανό!

Χέρια ανθρώπινα αγγίζουν τον απρόσιτο κι ασώματο!

Με σπάργανα είναι σφιχτοδεμένος, αυτός που σπάει τα δεσμά της αμαρτίας!

Όμως... αυτό είναι το θέλημά του: την ατιμία να μεταβάλη σε τιμή. με δόξα να ντύση την ευτέλεια. και την προσβολή σε αρετή να μεταπλάση.

Πήρε το σώμα μου. Μου προσφέρει το Πνεύμα του. Μου χαρίζει τον θησαυρό της αιώνιας ζωής παίρνοντας αλλά και δίνοντάς μου: παίρνει τη σάρκα μου για να με αγιάση. μου δίνει το Πνεύμα του για να με σώση.

«Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει» (Ησ. 7, 14).
Τα λόγια είναι της συναγωγής, μα το απόκτημα της Εκκλησίας.
Η συναγωγή βρήκε τα κείμενα που ήτανε γραμμέ¬νο. η Εκκλησία ανεκάλυψε τον θησαυρό που ήταν μέσα τους κρυμμένος.
Η συναγωγή έβαψε το νήμα. η Εκκλησία φόρεσε τη βασιλική στολή.
Η Ιουδαία τον εγέννησε. η οικουμένη τον υποδέχθηκε.

Η συναγωγή τον εθήλασε και τον έθρεψε. η Εκκλησία τον παρέλαβε και ωφελήθηκε.
Στη συναγωγή βλάστησε το κλήμα. εμείς όμως απολαμβάνουμε τα σταφύλια της αλήθειας.
Η συναγωγή τρύγησε τα σταφύλια. οι ειδωλολάτρες όμως πίνουν το μυστικό πιοτό.
Εκείνη έσπειρε στην Ιουδαία τον σπόρο. οι ειδωλολάτρες όμως θέρισαν το στάχυ με το δρεπάνι της πίστεως. Αυτοί έκοψαν με σεβασμό το ρόδο, και στους Ιουδαίους έμεινε το αγκάθι της απιστίας.

Το πουλάκι πέταξε, κι αυτοί οι ανόητοι κάθονται και φυλάνε ακόμη τη φωλιά.

Οι Ιουδαίοι πασχίζουν να ερμηνεύσουν το βιβλίο του γράμματος, και οι ειδωλολάτρες τρυγούν τον καρπό του Πνεύματος.

«Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει».
Πες μου Ιουδαίε, πες μου λοιπόν, ποιον εγέννησε;
Δείξε, σε παρακαλώ, θάρρος, έστω και σαν εκείνο που έδειξες μπροστά στον Ηρώδη. Αλλά δεν έχεις θάρρος. Και ξέρω γιατί: εξ αιτίας της επιβουλής σου. Στον Ηρώδη, μίλησες για να τον εξολόθρευση. σε μένα όμως δεν μιλάς για να μην τον προσκυνήσω.

Ποιον λοιπόν εγέννησε; Ποιον;
Τον δημιουργό της κτίσεως. Κι αν εσύ σωπαίνεις, η φύσις το βροντοφωνάζει. Τον εγέννησε λοιπόν με τον τρόπο που ο ίδιος θέλησε να γεννηθή. Στη φύσι δεν υπήρχε η δυνατότητα μιας τέτοιας γεννήσεως. Εκείνος όμως, σαν κύριος της φύσεως, επενόησε τρόπο γεννήσεως παράδοξο. Κι έδειξε έτσι ότι, και άνθρωπος που έγινε, δεν γεννήθηκε σαν άνθρωπος, μα όπως μόνο σε Θεό ταιριάζει.
Εκείνος που έπλασε τον Αδάμ από παρθένα γη, εκείνος που από τον Αδάμ κατόπιν έκαμε γυναίκα, γεννήθηκε σήμερα από παρθένο κόρη που νίκησε τη φύσι, ξεπερνώντας τον νόμο του γάμου.

Ο Αδάμ, τότε, χωρίς να έχη γυναίκα, γυναίκα απέκτησε.
Η Παρθένος τώρα, χωρίς να έχη άνδρα, άνδρα γέννησε.

Και γιατί έγινε αυτό; Να γιατί:
Οι γυναίκες είχαν ένα παλιό χρέος προς τους άνδρες, αφού από τον Αδάμ είχε βλαστήσει γυναίκα χωρίς τη μεσολάβησι άλλης γυναίκας. Γι’ αυτό η Παρθένος σήμερα, ξεπληρώνοντας στους άνδρες το χρέος της Εύας, γέννησε χωρίς άνδρα, δείχνοντας έτσι την ισοτιμία της φύσεως.

Σώος έμεινε ο Αδάμ μετά την αφαίρεσι της πλευράς του.
Αδιάφθορη έμεινε κι η Παρθένος μετά τη γέννησι του βρέφους.

Αλλά πρόσεξε και κάτι ακόμη:
Δεν έπλασε ο Κύριος κάποιο άλλο σώμα για να εμφανισθή στη γη. Προσέλαβε το σώμα του ανθρώπου για να μη φανή ότι περιφρονεί την ύλη από την οποία δημιουργήθηκε ο Αδάμ. Ήρθαν έτσι, Θεός και άνθρωπος, σε μυστική ένωσι. Κι ο διάβολος, που είχε υποδουλώσει τον άνθρωπο, τράπηκε σε φυγή.

Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, αλλά γεννιέται σαν Θεός. Αν προερχόταν, όπως εγώ, από ένα κοινό γάμο, πολλοί θα θεωρούσαν απάτη τη γέννησί του. Γι’ αυτό γεννιέται από παρθένο. γι’ αυτό διατηρεί τη μήτρα της άθικτη. γι’ αυτό διαφυλάττει την παρθενία της ακεραία: για να γίνη ο παράξενος τρόπος της γεννήσεως αιτία ακλόνητης πίστεως.

Σ’ αυτόν λοιπόν που θα αμφισβητήση την άσπορη γέννησι του Λόγου του Θεού, θα επικαλεσθώ σαν μάρτυρα την αμόλυντη σφραγίδα της παρθενίας.

Πες μου λοιπόν, Ιουδαίε, γέννησε η Παρθένος ή όχι; Κι αν μεν εγέννησε, γιατί δεν ομολογείς την υπερφυσική γέννησι; Αν πάλι δεν εγέννησε, γιατί εξαπάτησες τον Ηρώδη; Όταν εκείνος ζητούσε να μάθη «που ο Χριστός γεννάται», εσύ δεν είπες «εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας;» (Ματθ. 2, 4). Μήπως εγώ γνώριζα την πόλι ή τον τόπο; Μήπως εγώ γνώριζα την αξία του βρέφους που ήρθε στον κόσμο; Ο Ησαΐας και οι προφήτες σας δεν μίλησαν γι’ αυτό; Κι εσείς, οι αγνώμονες εχθροί, δεν εξηγήσατε την αλήθεια; Εσείς, οι γραμματείς κι οι Φαρισαίοι, οι ακριβείς φύλακες του νόμου, δεν μας διδάξατε για τον Χριστό; Εσείς δεν ερμηνεύσατε τις Γραφές; Μήπως εμείς γνωρίζαμε τη γλώσσα σας; Και όταν εγέννησε η Παρθένος, εσείς δεν παρουσιάσατε στον Ηρώδη τη μαρτυρία του προφήτη Μιχαία: «Και συ Βηθλεέμ, οίκος του Εφραθά, ουδαμώς ελαχίστη ει εν τοις ηγεμόσιν Ιούδα. εκ σου γαρ εξελεύσεται ηγούμενος, όστις ποιμανεί τον λαόν μου τον Ισραήλ»; (Ματθ. 2, 6).

Πολύ καλά είπε ο προφήτης «εκ σου». Από σας προήλθε και παρουσιάσθηκε σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Παρουσιάσθηκε σαν άνθρωπος για να καθοδηγήση τους ανθρώπους. Παρουσιάσθηκε σαν Θεός για να σώση την οικουμένη.
Μα τί ωφέλιμοι εχθροί είστε εσείς! Τί φιλάνθρωποι κατήγοροι!

Εσείς κατά λάθος δείξατε πως το νεογέννητο της Βηθλεέμ είναι Θεός. Εσείς τον κηρύξατε χωρίς να το θέλετε. Εσείς τον φανερώσατε πασχίζοντας να τον κρύψετε. Εσείς τον ευεργετήσατε επιθυμώντας να τον βλάψετε.
Τί αστοιχείωτοι δάσκαλοι είστε, αλήθεια; Εσείς πεινάτε, και τρέφετε άλλους. Εσείς διψάτε, και ποτίζετε άλλους. Πάμπτωχοι είστε και πλουτίζετε άλλους.

Ελάτε λοιπόν να γιορτάσουμε. Ελάτε να πανηγυρίσουμε. Είναι παράξενος ο τρόπος της γιορτής - όσο παράξενος είναι κι ο λόγος της γεννήσεως του Χριστού.
Σήμερα λύθηκαν τα μακροχρόνια δεσμά.
Ο διάβολος καταντροπιάσθηκε.
Οι δαίμονες δραπέτευσαν.
Ο θάνατος καταργήθηκε.
Ο παράδεισος ανοίχθηκε.
Η κατάρα εξαφανίσθηκε.
Η αμαρτία διώχθηκε.
Η πλάνη απομακρύνθηκε.
Η αλήθεια αποκαλύφθηκε.
Το κήρυγμα της ευσεβείας ξεχύθηκε και διαδόθηκε παντού.
Η βασιλεία των ουρανών μεταφυτεύθηκε στη γη.
Οι άγγελοι συνομιλούν με τους ανθρώπους.
Όλα έγιναν ένα.

Γιατί;
Γιατί κατέβηκε ο Θεός στη γη κι ο άνθρωπος ανέβηκε στους ουρανούς. Κατέβηκε ο Θεός στη γη και πάλι βρίσκεται στον ουρανό. Ολόκληρος είναι στον ουρανό κι ολόκληρος στη γη. Έγινε άνθρωπος κι είναι Θεός. Είναι Θεός κι έλαβε σάρκα. Κρατιέται σε παρθενική αγκαλιά, και στα χέρια του κρατεί την οικουμένη.

Τρέχουν κοντά του οι μάγοι. Τρέχουμε κι εμείς. Τρέχει και τ’ αστέρι για να φανερώση τον Κύριο του ουρανού. Μα... κι εκείνος τρέχει. Τρέχει προς την Αίγυπτο. Και φαίνεται βέβαια πως πηγαίνει εκεί για ν’ αποφύγη την επιβουλή του Ηρώδη. Όμως τούτο γίνεται για να εκπληρωθούν τα προφητικά λόγια: «Έσται εν τη ημέρα εκείνη Ισραήλ τρίτος εν τοις Ασσυρίοις, και εν τοις Αιγυπτίοις ευλογημένος έσται ο λαός μου εν τη γη ην ευλόγησε Κύριος Σαβαώθ» (πρβλ. Ησ. 19, 24).

Τί λες, Ιουδαίε; Εσύ που ήσουν πρώτος έγινες τρίτος; Οι Αιγύπτιοι και οι Ασσύριοι μπήκαν μπροστά, και ο πρωτότοκος Ισραήλ πήγε πίσω;

Ναι. Έτσι είναι. Οι Ασσύριοι θα γίνουν πρώτοι, επειδή αυτοί πρώτοι με τους μάγους τους προσκύνησαν τον Κύριο. Πίσω τους οι Αιγύπτιοι, που τον δέχθηκαν όταν κατέφυγε στα μέρη τους για ν’ αποφύγη την επιβουλή του Ηρώδη. Τρίτος και τελευταίος ο Ισραηλιτικός λαός, που γνώρισε τον Κύριο από τους αποστόλους, μετά τη βάπτισί του στον Ιορδάνη.

Τί άλλο μένει να πω;

Δημιουργό και φάτνη βλέπω... Βρέφος και σπάργανα... Λεχώνα παρθένο, περιφρονημένη. Φτώχεια πολλή... Ανέχεια πολλή...
Είδες όμως τί πλούτος μέσα στη μεγάλη φτώχεια; Ο πλούσιος πτώχευσε για χάρι μας. Δεν έχει ούτε κρεββάτι ούτε στρώμα. Μέσα σε φάτνη ταπεινή τον έχουν αποθέσει...

Ω φτώχεια, πλούτου πηγή!

Ω πλούτε αμέτρητε, κρυμμένε μες στη φτώχεια!

Μέσα στη φάτνη κείτεσαι, και την οικουμένη σαλεύεις.

Μέσα σε σπάργανα τυλίγεσαι, και σπας τα δεσμά της αμαρτίας.

Λέξι ακόμη δεν άρθρωσες, και δίδαξες τους μάγους τη θεογνωσία.

«Τί είπω ή τί λαλήσω;»
Να βρέφος σπαργανωμένο.
Να η Μαρία, μητέρα και παρθένος μαζί.
Να ο Ιωσήφ, πατέρας τάχα του παιδιού.
Εκείνη η γυναίκα, αυτός ο άνδρας. Νόμιμες οι ονομασίες, αλλά χωρίς περιεχόμενο.
Ο Ιωσήφ μνηστεύθηκε μόνο την Μαρία, και το Άγιο Πνεύμα την επεσκίασε. Έτσι, γεμάτος απορία, δεν ήξερε τι να υποθέση για το βρέφος: Να πη πως ήταν καρπός μοιχείας δεν τολμούσε. Να προφέρη λόγο βλάσφημο κατά της Παρθένου δεν μπορούσε. Ούτε πάλι δεχόταν το παιδί σαν δικό του, γιατί του ήταν άγνωστο το πώς και από ποιον γεννήθηκε.

Αλλά να που πάνω στη σύγχυσί του παίρνει απάντησι από τον ουρανό, με τη φωνή του αγγέλου: «Μη φοβού, Ιωσήφ. το γαρ γεννώμενον εξ αυτής εκ Πνεύματός εστιν αγίου» (Ματθ. 1, 20). Και φανέρωσε έτσι σ’ εκείνον και σε μας ότι το Άγιο Πνεύμα επεσκίασε την Παρθένο.
Γιατί όμως ο Χριστός θέλησε να γεννηθή από παρθένο αφήνοντας αβλαβή την παρθενία της;

Να γιατί:
Κάποτε ο διάβολος εξαπάτησε την παρθένο Εύα.
Τώρα ο άγγελος έφερε το λυτρωτικό μήνυμα στην παρθένο Μαριάμ.
Κάποτε η Εύα ξεστόμισε λόγο που έγινε αιτία θανάτου. Τώρα η Μαρία γέννησε τον Λόγο που έγινε αιτία αιώνιας ζωής.
Ο λόγος της Εύας έδειξε το δέντρο που έβγαλε τον Αδάμ από τον παράδεισο.
Ο Λόγος της Μαρίας έδειξε τον Σταυρό που έβαλε τον Αδάμ πάλι στον παράδεισο.

Σ’ αυτόν λοιπόν τον Λόγο του Θεού και Υιό της Παρθένου, που άνοιξε δρόμο μέσα σε τόπο αδιάβατο, ας αναπέμψουμε δοξολογία «συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων Αμήν».

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

ΆΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΙΓΙΝΗΣ


ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΥ



Ο Άγιος Διονύσιος γεννήθηκε το 1547 μ.Χ. στο χωριό Αιγιαλός της Ζακύνθου. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Δραγανίγος ή Γραδενίγος Σιγούρος (ή Σηκούρο). Η οικογενειά του ήταν εύπορη και κατείχε μεγάλη έκταση γης, ενώ οι γονείς του συμμετέχοντας στους πολέμους των Βενετών κατά των Τούρκων απέκτησαν και αριστοκρατικό ιδίωμα. Ο πατέρας του λεγόταν Μώκιος και η μητέρα του Παυλίνα, ενώ είχε άλλα δύο αδέλφια τον Κωνσταντίνο και τη Σιγούρα. Σύμφωνα με τοπικές παραδόσεις της Ζακύνθου, που δεν επιβεβαιώνονται ιστορικά, ο Άγιος είχε για ανάδοχο τον Άγιο Γεράσιμο (βλέπε 16 Αυγούστου και 20 Οκτωβρίου).

Ο Άγιος Διονύσιος, ανατράφηκε με τα διδάγματα του Ευαγγελίου. Έτσι γρήγορα διακρίθηκε στα γράμματα και την αρετή. Νωρίς, μόλις ενηλικιώθηκε, ασχολήθηκε με τη διδασκαλία του θείου λόγου, φροντίζοντας συγχρόνως να συντρέχει στην ανακούφιση των φτωχών. Κατόπιν έγινε μοναχός στη βασιλική Μονή των Στροφάδων, παίρνοντας το όνομα Δανιήλ, όπου ασκήθηκε στην αγρυπνία, την εγκράτεια και τη μελέτη των Γραφών.

Αργότερα ο Διονύσιος, θα χριστεί ιερέας παρά τις αρχικές του επιφυλάξεις λόγω της βαριάς ευθύνης της ιεροσύνης, από τον επίσκοπο Κεφαληνίας και Ζακύνθου, Θεόφιλο. Έπειτα, το 1577 μ.Χ., πήγε στην Αθήνα, για να βρει καράβι προκειμένου να ταξιδέψει στα Ιεροσόλυμα. Αλλά ο τότε αρχιερέας των Αθηνών, Νικάνορας, άκουσε κάποια Κυριακή το λαμπρό του κήρυγμα και μετά από πολλές παρακλήσεις τον έκανε επίσκοπο Αιγίνης, με την επίσημη κατόπιν έγκριση της Εκκλησίας Κωνσταντινούπολης, δίνοντας του το όνομα Διονύσιος.

Τα ποιμαντικά του καθήκοντα, επιτέλεσε άγρυπνα και άοκνα. Αναδείχτηκε διδάσκαλος, πατέρας και παιδαγωγός του ποιμνίου του. Η φήμη του είχε διαδοθεί παντού, αλλά αυτός παρέμενε απλός και ταπεινός.

Ασθένησε όμως από τους πολλούς κόπους και παραιτήθηκε. Γύρισε στη Ζάκυνθο, όπου μέχρι το 1579 μ.Χ. ήταν προσωρινός επίσκοπος. Μετά αποσύρθηκε στη Μονή της Θεοτόκου της Αναφωνητρίας, όπου ασκήτευε και με αγάπη κήρυττε και βοηθούσε τους κατοίκους του νησιού.

Οι οικογένειες Σιγούρου και Μονδίνου από διασωθέντα έγγραφα που ανάγονται στα αρχεία της Βενετίας, φαίνεται να είχαν θανάσιμο μίσος. Συμπλοκές μεταξύ των δυο οικογενειών συνέβαιναν διαρκώς. Σε μια από αυτές ο αδελφός του Αγίου, Κωνσταντίνος, δολοφονήθηκε. Στην προσπάθεια όμως να διαφύγει ο δολοφονός του Κωνσταντίνου αναζήτησε καταφύγιο στο μοναστήρι που βρισκόταν ο Άγιος, χωρίς όμως να γνωρίζει τη συγγένεια. Όταν ο δολοφόνος έφτασε στη Μονή, ερωτήθη από τον Διονύσιο, που ήταν ο ηγούμενος της Μονής, γιατί ζητεί καταφύγιο, αφού κανονικά δεν επιτρέπετο να εισέλθει. Ο ίδιος απάντησε πως τον κυνηγούσαν οι Σιγούροι, ενώ μετά από διαρκείς ερωτήσεις ομολόγησε πως δολοφόνησε τον Κωνσταντίνο Σιγούρο. Ο Διονύσιος παρά τη θλίψη του, όχι μόνο έκρυψε τον δολοφόνο αλλά και τον φυγάδευσε. Έτσι με αυτόν τρόπο κατάφερε να αποτρέψει ένα ακόμα έγκλημα και ταυτόχρονα να δώσει τη δυνατότητα μετανοίας στον δολοφόνο, παρά την πικρία για το χαμό του αδελφού του, δίνοντας ένα παράδειγμα συγχωρητικότητας και υψηλής εφαρμογής των Χριστιανικών ιδεωδών. Για τον λόγο μάλιστα αυτό ονομάστηκε και «Άγιος της Συγνώμης».

Ο Διονύσιος πέθανε σε βαθιά γεράματα, 17 Δεκεμβρίου 1622 μ.Χ. Τάφηκε στη Μονή Στροφάδων και κατά την εκταφή το λείψανό του βγήκε ευωδιαστό και αδιάφθορο.

Η αγιότητά του αναγνωρίσθηκε από το οικουμενικό πατριαρχείο το 1703 μ.Χ., αλλά στο νησί ένεκα του βίου του, αλλά και του λειψάνου του ετιμάτο ως άγιος αρκετά νωρίτερα.

Στις 24 Αύγούστου του 1717 μ.Χ. μετεκομίσθη το Σεπτό Σκήνωμά του στη Ζάκυνθο για να προστατευθεί από τους πειρατές. Αρχικά φυλάχτηκε στον Ιερό Ναό του Μετοχίου της Ι. Μονής, στο προάστιο Καλλιτέρος. Το 1764 μ.Χ. εναποτέθηκε οριστικά στην ομώνυμη Ιερά Μονή του, που έχτισαν oί Μοναχοί των Στροφάδων. Από τότε το Σεπτό Σκήνωμά του αποτελεί μέχρι σήμερα πόλο έλξεως χιλιάδων προσκυνητών και πηγή συνεχών ιάσεων και θαυμάτων.

Η ανακήρυξη του Αγίου Διονυσίου σαν Προστάτη της Ζακύνθου, αντί της Παναγίας της Σκοπιώτισσας και του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, έγινε από την Κοινότητα Ζακύνθου ύστερ’ από το έτος 1758 μ.Χ. και πριν από το 1763 μ.Χ., όταν η Βενετσιάνικη Γερουσία ενέκρινε απόφαση του Προβλεπτή Ζακύνθου Φραγκίσκου Μανωλέσου, για την αναγνώριση σαν επίσημης ημέρας της 17ης Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Ως τότε, η επέτειος της Κοιμήσεως του Αγίου Διονυσίου (17 Δεκεμβρίου), θεσπισμένη από τη Συνοδική Έκθεση του 1703 μ.Χ., γιορταζόταν ανεπίσημα, με τη λιτανεία στην πόλη του ιερού Λειψάνου και πανηγύρι. Επίσης, ορίσθηκε να γιορτάζεται επίσημα και η 24η Αυγούστου, επέτειος της μετακομιδής του ιερού Λειψάνου από τα Στροφάδια στη Ζάκυνθο, με πανηγύρι και λιτανεία του Πολιούχου στην πόλη.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ


Η Αγία Βαρβάρα έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Μαξιμιανού (286 - 305 μ.Χ.) και ήταν κόρη του ειδωλολάτρη Διοσκόρου ο οποίος ήταν από τους πιο πλούσιους ειδωλολάτρες της Ηλιουπόλεως.

Ο πατέρας της λόγω της σωματικής ωραιότητας της Αγίας, την φύλαγε κλεισμένη εντός πύργου. Δεν γνωρίζουμε που διδάχθηκε τις χριστιανικές αλήθειες, καθώς ο πατέρας της ήταν φανατικός ειδωλολάτρης, λόγος για τον οποίο άλλωστε προσπάθησε να κρατήσει κρυφή την πίστη της στον Τριαδικό Θεό. Ένα τυχαίο περιστατικό, όμως, την πρόδωσε. Ο πατέρας της πληροφορήθηκε από τεχνίτες ότι η Αγία ζήτησε να τις ανοίξουν τρία παράθυρα στον πύργο όπου ήταν έγκλειστη, στο όνομα της Αγίας Τριάδος και, έτσι, βεβαιώθηκε ότι η κόρη του είχε γίνει Χριστιανή.

Εξοργίσθηκε τόσο που την κυνήγησε εντός του πύργου με το ξίφος του για να την φονεύσει. Η Αγία κατέφυγε στα όρη, αλλά ο πατέρας της την συνέλαβε και την παρέδωσε στον τοπικό άρχοντα, Μαρκιανό, κατηγορώντας την για την πίστη της. Όταν ανακρίθηκε, ομολόγησε με παρρησία την πίστη της στον Χριστό και καθύβρισε τα είδωλα. Μετά από φρικτά βασανιστήρια, διεπομπέφθη γυμνή στην πόλη και τέλος σφαγιάσθηκε από τον ίδιο τον πατέρα της. Την στιγμή όμως που είχε αποτελειώσει το έγκλημά του, έπεσε νεκρός χτυπημένος από κεραυνό κατά θεία δίκη.

Η σύναξη της Αγίας ετελείτο στο μαρτύριο αυτής, στον Βασιλίσκο πλησίον της αγίας Ζηναΐδος.

Τα Λείψανα της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας διαφυλάχθηκαν στην Κωνσταντινούπολη μέχρι τον 11ο αιώνα μ.Χ.., οπότε ένα μέρος τους μεταφέρθηκε στη Βενετία, όταν Δόγης ήταν Ο Πέτρος Β’ Orseol (991 – 1009 μ.Χ.). Τα Λείψανα μεταφέρθηκαν από την Πριγκίπισσα Μαρία Αργυροπούλα, η οποία νυμφεύθηκε τον γιό του Δόγη Πρίγκιπα Ιωάννη. (Σύμφωνα με μέρος των πηγών - Ιωάννη τον Διάκονο και Ανδρέα Δάνδολο - η Μαρία ήταν ανιψιά ή και αδελφή των Αυτοκρατόρων Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου και Κωνσταντίνου Η’, όμως το πλέον πιθανό είναι να ήταν μία από τις αδελφές του μελλοντικού Αυτοκράτορα Ρωμανού Γ’).

Ο Πριγκιπικός Γάμος ευλογήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, με παρανύμφους τους Αυτοκράτορες. Μάλιστα η παραμονή του ζεύγους στη Βασιλεύουσσα παρατάθηκε μέχρι το 1004 μ.Χ. (εκεί γεννήθηκε και το πρώτο παιδί τους).

Στη Βενετία τα Λείψανα της Μεγαλομάρτυρος κατατέθηκαν στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Μάρκου. Ο Ιωάννης πέθανε από πανώλη στη Βενετία, το 1009 μ.Χ. Μετά τον θάνατό του δύο αδέλφια του, ο Επίσκοπος του Τορτσέλλο Όρσο και η Φιληκίτη, Ηγουμένη της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου επίσης στο Τορτσέλλο, πέτυχαν την μεταφορά των Λειψάνων στη Μονή αυτή, όπου παρέμειναν μέχρι τον 18ο αιώνα μ.Χ.

Τα Λείψανα μεταφέρθηκαν και πάλι στο Ναό του Αγίου Μάρκου κατά την περίοδο των Ναπολεοντίων Πολέμων, όπου και σήμερα φυλάσσονται. Πάντως μέρος τους παρέμεινε και στη Μονή του Τορτσέλλο. Δεν είναι γνωστό πότε και κάτω από ποιες συνθήκες η Κάρα της Αγίας μεταφέρθηκε στο Μοντεκοτίνι της Ιταλίας, όπου σήμερα φυλάσσεται, όπως και το μέρος των Λειψάνων που φυλάσσεται στο Ρωμαιοκαθολικό Ναό του Ριέτι.

Επίσης, κατά το 12ο αιώνα μ.Χ., μέρος υπολοίπων λειψάνων της Αγίας μεταφέρθηκαν από την Κωνσταντινούπολη στο Μοναστήρι του Αγίου Μιχαήλ με τους Χρυσούς Τρούλους στο Κίεβο, όπου παρέμειναν ως το 1930 μ.Χ., όταν μεταφέρθηκαν εκ νέου στον Καθεδρικό Ναό του Αγ. Βλαδίμηρου στην ίδια πόλη.

Την 1η Ιουνίου 2003 μ.Χ., μετά από ενέργειες του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου προς την Ρωμαιοκαθολική Επισκοπή της Βενετίας και τον Επίσκοπό της Άγγελο Scolla, δόθηκε μέρος των Λειψάνων της Αγίας στην Εκκλησία της Ελλάδος. Το Λείψανο παραλήφθηκε με τις δέουσες τιμές από τον Γενικό Διευθυντή της Αποστολικής Διακονίας Επίσκοπο Φαναρίου Αγαθάγγελο και κατατέθηκε στο ομώνυμο Προσκύνημα του Δήμου Αγίας Βαρβάρας Αττικής.

Η Αγία Βαρβάρα θεωρείται όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σ΄ άλλες Χώρες Αγία προστάτις πυροβολικού. Στην Ελλάδα καθιερώθηκε ως Προστάτις του όπλου αυτού το 1828 μ.Χ. όπου και αναφέρεται η πρώτη σχετική τελετή με δοξολογία και παράθεση στη συνέχεια γεύματος όπου έλαβαν μέρος αξιωματικοί και οπλίτες πυροβολητές.

Στη Ορθόδοξη εικονογραφία η Αγία Βαρβάρα ζωγραφίζεται πολλές φορές μ’ ένα ποτήριο στο χέρι όντας προστάτιδα ενάντια στο αιφνίδιο θάνατο και μη θέλοντας να στερηθούν οι ετοιμοθάνατοι την θεία κοινωνία. Συχνά τη συναντούμε κοντά σ΄ έναν πύργο (με τρία παράθυρα) ή κρατώντας ένα βιβλίο (για τους ετοιμοθάνατους) ή ένα κλαδί φοίνικα.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

ΆΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ


Ο Ανδρέας, ψαράς στο επάγγελμα και αδελφός του Αποστόλου Πέτρου, ήταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και τον πατέρα του τον έλεγαν Ιωνά. Επειδή κλήθηκε από τον Κύριο πρώτος στην ομάδα των μαθητών, ονομάστηκε πρωτόκλητος.

Ο Ανδρέας (μαζί με τον Ιωάννη τον ευαγγελιστή) υπήρξαν στην αρχή μαθητές του Ιωάννου του Προδρόμου. Κάποια μέρα μάλιστα, που βρισκόντουσαν στις όχθες του Ιορδάνη κι ο Πρόδρομος τους έδειξε τον Ιησού και τους είπε «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», οι δύο απλοϊκοί εκείνοι ψαράδες συγκινήθηκαν τόσο πολύ, που χωρίς κανένα δισταγμό κι επιφύλαξη αφήκαν αμέσως τον δάσκαλο τους κι ακολούθησαν τον Ιησού.

Η ιστορία της ζωής του Ανδρέα μέχρι την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψη, υπήρξε σχεδόν ίδια με εκείνη των άλλων μαθητών. Μετά το σχηματισμό της πρώτης Εκκλησίας, ο Ανδρέας κήρυξε στη Βιθυνία, Εύξεινο Πόντο (μάλιστα ο Απόστολος, είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας του Βυζαντίου αφού εκεί εγκατέστησε πρώτο επίσκοπο, τον απόστολο Στάχυ (βλέπε 31 Οκτωβρίου) κι αυτού διάδοχος είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης), Θράκη, Μακεδονία και Ήπειρο. Τελικά, κατέληξε στην Αχαΐα.

Στην Αχαΐα, η διδασκαλία του καρποφόρησε και με τις προσευχές του θεράπευσε θαυματουργικά πολλούς ασθενείς. Έτσι, η χριστιανική αλήθεια είχε μεγάλες κατακτήσεις στο λαό της Πάτρας. Ακόμα και η Μαξιμίλλα, σύζυγος του ανθύπατου Αχαΐας Αιγεάτου, αφού τη θεράπευσε ο Απόστολος από τη βαρειά αρρώστια που είχε, πίστεψε στο Χριστό. Το γεγονός αυτό εκνεύρισε τον ανθύπατο και με την παρότρυνση ειδωλολατρών ιερέων συνέλαβε τον Ανδρέα και τον σταύρωσε σε σχήμα Χ. Έτσι, ο Απόστολος Ανδρέας παρέστησε τον εαυτό του στο Θεό «δόκιμον ἐργάτην» (Β΄ προς Τιμόθεον, 2: 15). Δηλαδή δοκιμασμένο και τέλειο εργάτη του Ευαγγελίου.

Οι χριστιανοί της Αχαΐας θρήνησαν βαθιά τον θάνατο του. Ο πόνος τους έγινε ακόμη πιο μεγάλος, όταν ο ανθύπατος Αιγεάτης αρνήθηκε να τους παραδώσει το άγιο λείψανο του, για να το θάψουν. Ο Θεός όμως οικονόμησε τα πράγματα. Την ίδια μέρα, που πέθανε ο άγιος, ο Αιγεάτης τρελάθηκε κι αυτοκτόνησε. Οι χριστιανοί τότε με τον επίσκοπο τους τον Στρατοκλή, πρώτο επίσκοπο των Πατρών, παρέλαβαν το σεπτό λείψανο και το 'θαψαν με μεγάλες τιμές.

Αργότερα, όταν στον θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε ο Κωνστάντιος, που ήταν γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέρος του ιερού λειψάνου μεταφέρθηκε από την πόλη των Πατρών στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό των αγίων Αποστόλων «ένδον της Αγίας Τραπέζης». Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου φαίνεται πως απέμεινε στην Πάτρα.

Όταν όμως οι Τούρκοι επρόκειτο να καταλάβουν την πόλη το 1460 μ.Χ., τότε ο Θωμάς Παλαιολόγος, αδελφός του τελευταίου αυτοκράτορας Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου και τελευταίος Δεσπότης του Μοριά, πήρε το πολύτιμο κειμήλιο και το μετέφερε στην Ιταλία. Εκεί, αφού το παρέλαβε ο Πάπας Πίος ο Β, το πολύτιμο κειμήλιο εναποτέθηκε στον ναό του αγίου Πέτρου της Ρώμης.

Τον Νοέμβριο του 1847 μ.Χ. ένας Ρώσος Πρίγκηπας, ο Ανδρέας Μουράβιεφ δώρησε στην πόλη της Πάτρας ένα τεμάχιο δακτύλου του χεριού του Αγίου. Ο Μουράβιεφ είχε λάβει το παραπάνω ιερό Λείψανο από τον Καλλίνικο, πρώην Επίσκοπο Μοσχονησίων, ο οποίος μόναζε τότε στο Άγιο Όρος.

Στην πόλη της Πάτρας, επανακομίσθηκαν και φυλάσσονται από την 26η Σεπτεμβρίου 1964 μ.Χ. η τιμία Κάρα του Αγίου και από την 19ην Ιανουαρίου 1980 μ.Χ. λείψανα του Σταυρού, του μαρτυρίου του. Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου ύστερα από ενέργειες της Αρχιεπισκοπής Κύπρου μεταφέρθηκε και στην Κύπρο το 1967 μ.Χ. για μερικές μέρες κι εξετέθηκε σε ευλαβικό προσκύνημα.

Όπως αναφέρει μια Κυπριακή παράδοση, σε μια περιοδεία του, ο Απόστολος Ανδρέας, πήγε και στην Κύπρο. Το καράβι, που τον μετέφερε στην Αντιόχεια από την Ιόππη, λίγο πριν προσπεράσουν το γνωστό ακρωτήρι του αποστόλου Ανδρέα και τα νησιά, που είναι γνωστά με το όνομα Κλείδες, αναγκάστηκε να σταματήσει εκεί σ' ένα μικρό λιμανάκι, γιατί κόπασε ο άνεμος. Τις μέρες αυτές της νηνεμίας τους έλειψε και το νερό. Ένα πρωί, που ο πλοίαρχος βγήκε στο νησί κι έψαχνε να βρει νερό, πήρε μαζί του και τον απόστολο. Δυστυχώς πουθενά νερό. Κάποια στιγμή, που έφτασαν στη μέση των δύο εκκλησιών, που υπάρχουν σήμερα, της παλαιάς και της καινούργιας, που 'ναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ο άγιος γονάτισε μπροστά σ' ένα κατάξερο βράχο και προσευχήθηκε να στείλει ο Θεός νερό. Ποθούσε το θαύμα, για να πιστέψουν όσοι ήταν εκεί στον Χριστό. Ύστερα σηκώθηκε, σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τον βράχο και το θαύμα έγινε. Από τη ρίζα του βράχου βγήκε αμέσως μπόλικο νερό, που τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ' ένα λάκκο της παλαιάς εκκλησίας κι απ' εκεί προχωρεί και βγαίνει από μια βρύση κοντά στη θάλασσα. Είναι το γνωστό αγίασμα. Το ευλογημένο νερό, που τόσους ξεδίψασε, μα και τόσους άλλους, μυριάδες ολόκληρες, που το πήραν με πίστη δρόσισε και παρηγόρησε. Και πρώτα-πρώτα το τυφλό παιδί του καπετάνιου.

Ήταν κι αυτό ένα από τα πρόσωπα του καραβιού που μετέφερε ο πατέρας. Γεννήθηκε τυφλό και μεγάλωσε μέσα σε ένα συνεχές σκοτάδι. Ποτέ του δεν είδε το φως. Δένδρα, φυτά, ζώα αγωνιζόταν να τα γνωρίσει με το ψαχούλεμα. Εκείνη την ήμερα, όταν οι ναύτες γύρισαν με τα ασκιά γεμάτα νερό κι εξήγησαν τον τρόπο που το βρήκαν στο νησί, ένα φως γλυκιάς ελπίδας άναψε στην καρδιά του δύστυχου παιδιού. Μήπως το νερό αυτό, σκέφτηκε, που βγήκε από τον ξηρό βράχο ύστερα απ' την προσευχή του παράξενου εκείνου συνεπιβάτη τους, θα μπορούσε να χαρίσει και σ' αυτόν το φως του που ποθούσε; Αφού με θαυμαστό τρόπο βγήκε, θαύματα θα μπορούσε και να προσφέρει. Με τούτη την πίστη και τη βαθιά ελπίδα ζήτησε και το παιδί λίγο νερό. Διψούσε. Καιγόταν απ' τη δίψα. Ο απόστολος, που ήταν εκεί, έσπευσε κι έδωσε στο παιδί ένα δοχείο γεμάτο από το δροσερό νερό. Όμως το παιδί προτίμησε, αντί να δροσίσει με το νερό τα χείλη του, να πλύνει πρώτα το πρόσωπο του. Και ω του θαύματος! Μόλις το δροσερό νερό άγγιξε τους βολβούς των ματιών του παιδιού, το παιδί άρχισε να βλέπει!

Κι ο απόστολος, που τον κοίταζαν όλοι με θαυμασμό, άρχισε να τους μιλά και να τους διδάσκει τη νέα θρησκεία. Το τέλος της ομιλίας πολύ καρποφόρο. Όσοι τον άκουσαν πίστεψαν και βαφτίστηκαν. Την αρχή έκανε ο καπετάνιος με το παιδί του, που πήρε και το όνομα Ανδρέας. Κι ύστερα όλοι οι άλλοι επιβάτες και μερικοί ψαράδες που ήσαν εκεί. Πίστεψαν όλοι στον Χριστό που τους κήρυξε ο απόστολος μας και βαφτίστηκαν. Φυσικά το θαύμα της θεραπείας του τυφλού παιδιού, ακολούθησαν κι άλλα, κι άλλα. Στο μεταξύ ο άνεμος άρχισε να φυσά και το καράβι ετοιμάστηκε για να συνεχίσει το ταξίδι του. Ο απόστολος, αφού κάλεσε κοντά του όλους εκείνους που πίστεψαν στον Χριστό και βαφτίστηκαν, τους έδωκε τις τελευταίες συμβουλές του και τους αποχαιρέτησε.

Αργότερα, μετά από χρόνια, κτίστηκε στον τόπο αυτόν που περπάτησε και άγιασε με την προσευχή, τα θαύματα και τον ιδρώτα του ο Πρωτόκλητος μαθητής, το μεγάλο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, που με τον καιρό είχε γίνει παγκύπριο προσκύνημα. Κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητές απ' όλα τα μέρη της Κύπρου, ορθόδοξοι και ετερόδοξοι κι αλλόθρησκοι ακόμη, συνέρεαν στο μοναστήρι, για να προσκυνήσουν τη θαυματουργό εικόνα του αποστόλου, να βαφτίσουν εκεί τα νεογέννητα παιδιά τους και να προσφέρουν τα δώρα τους, για να εκφράσουν τα ευχαριστώ και την ευγνωμοσύνη τους στον θείο απόστολο. Κολυμβήθρα Σιλωάμ ήταν η εκκλησία του για τους πονεμένους. Πλείστα όσα θαύματα γινόντουσαν εκεί σε όσους μετέβαιναν με πίστη αληθινή και συντριβή ψυχής.

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Η ευσεβής Άννα σύζυγος του Ιωακείμ, πέρασε τη ζωή της χωρίς να μπορέσει να τεκνοποιήσει, καθώς ήταν στείρα. Μαζί με τον Ιωακείμ προσευχόταν θερμά στον Θεό να την αξιώσει να φέρει στον κόσμο ένα παιδί, με την υπόσχεση ότι θα αφιέρωνε το τέκνο της σε Αυτόν. Πράγματι, ο Πανάγαθος Θεός όχι μόνο της χάρισε ένα παιδί, αλλά την αξίωσε να φέρει στον κόσμο τη γυναίκα που θα γεννούσε το Μεσσία, το Σωτήρα μας Ιησού Χριστό. Όταν η Παναγία έγινε τριών χρόνων, σύμφωνα με την παράδοση, η Άννα και ο Ιωακείμ, κρατώντας την υπόσχεσή τους, την οδήγησαν στο Ναό και την παρέδωσαν στον αρχιερέα Ζαχαρία. Ο αρχιερέας παρέλαβε την Παρθένο Μαρία και την οδήγησε στα Άγια των Αγίων, όπου δεν έμπαινε κανείς εκτός από τον ίδιο, επειδή γνώριζε έπειτα από αποκάλυψη του Θεού το μελλοντικό ρόλο της Αγίας κόρης στην ενανθρώπιση του Κυρίου. Στα ενδότερα του Ναού η Παρθένος Μαρία έμεινε δώδεκα χρόνια. Όλο αυτό το διάστημα ο αρχάγγελος Γαβριήλ προμήθευε την Παναγία με τροφή ουράνια. Εξήλθε από τα Άγια των Αγίων, όταν έφθασε η ώρα του Θείου Ευαγγελισμού.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Άγιος Ιάκωβος ο Απόστολος και Αδελφόθεος πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων

Η παράδοση αναφέρει ότι ήταν ένας από τους γιους του Ιωσήφ από άλλη γυναίκα, γι' αυτό ονομαζόταν αδελφός του Κυρίου. Η συγγενική του, όμως, σχέση με τον Κύριο δεν είναι ομόφωνα καθορισμένη. Αλλά το γεγονός είναι ότι ο Ιάκωβος ο αδελφόθεος έγινε πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων και είναι αυτός που έγραψε την πρώτη Θεία Λειτουργία της χριστιανικής Εκκλησίας.

Ο Ιάκωβος, λοιπόν, ποίμανε την Εκκλησία των Ιεροσολύμων με δικαιοσύνη, με γενναία στοργή και στερεότητα στην πίστη. Αυτό όμως, εξήγειρε τη μοχθηρία και την κακουργία των Ιουδαίων. Αφού τον έπιασαν, τον έριξαν πάνω από το πτερύγιο του Ναού, και ενώ ακόμα ήταν ζωντανός, τον αποτελείωσαν με άγριο κτύπημα ροπάλου στο κεφάλι.

Έργο του Ιακώβου είναι και η Καθολική Επιστολή του στην Καινή Διαθήκη, στην οποία να τι μας συμβουλεύει, σχετικά με το πως πρέπει να χειριζόμαστε το λόγο του Θεού: «Γίνεσθε ποιηταὶ λόγου καὶ μὴ μόνον ἀκροαταί, παραλογιζόμενοι ἑαυτούς» (Επιστολή Ιακώβου, α' 22). Δηλαδή να γίνεσθε εκτελεστές και τηρητές του λόγου του Θεού και όχι μόνο ακροατές. Και να μη ξεγελάτε τον εαυτό σας, με την ιδέα ότι είναι αρκετό και μόνον να ακούει κανείς το λόγο.

Τέλος, η μνήμη του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, φέρεται και την Κυριακή μετά την Γέννηση του Χριστού, μαζί με τη μνήμη του Δαβίδ του Προφήτου και Ιωσήφ του μνήστορος, συνοδευόμενη με το ακόλουθο δίστοιχο: «Σὺ τέκτονος παῖς, ἀλλ᾿ ἀδελφὸς Κυρίου, τοῦ πάντα τεκτήναντος, ἐν λόγῳ, μάκαρ». Τελείται δε αύτω η Σύναξις εν τω σεπτώ αυτού Ναώ το όντι ένδοθεν της Υπεραγίας Θεοτόκου εν τοις Χαλκοπρατείοις.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ

Ο Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας και η εθνικότητα του ήταν Ελληνική. Ήταν γιατρός στο επάγγελμα, όμως γνώριζε πολύ καλά τη ζωγραφική τέχνη. Μάλιστα σε αυτόν αποδίδονται οι πρώτες εικόνες της Θεοτόκου με τον Ιησού Χριστό βρέφος στην αγκαλιά της (μία υπάρχει μέχρι σήμερα στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου), καθώς και αυτές των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου.

Στη χριστιανική πίστη κατηχήθηκε από τον Απόστολο Παύλο, τον οποίο συνάντησε στη Θήβα και έκτοτε αφοσιώθηκε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου. Περιόδευσε στη Δαλματία, Ιταλία, Γαλλία, Αχαΐα, Βοιωτία κ.α. Συνέγραψε το τρίτο κατά σειρά Ευαγγέλιο της Καινής Διαθήκης, καθώς και τις πράξεις των Αποστόλων.

Λέγεται ότι πέθανε με μαρτυρικό θάνατο (κατ' άλλους ειρηνικά σε ηλικία 80 ετών), και το 357 μ.Χ., το λείψανο του μετακομίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

Σημείωση: Όπως ιστορεί ο Nικόλαος Mαλαξός, σύμφωνα με ένα βασιλικό χρυσόβουλλο της Mονής του Mεγάλου Σπηλαίου, ο Ευαγγελιστής Λουκάς έγραψε το Ευαγγέλιο του δεκαπέντε χρόνια μετά την Aνάληψη του Κυρίου. Ο Ιππόλυτος ο Θηβαίος όμως τοποθετεί την συγγραφή του Ευαγγελίου στην Aλεξάνδρεια.