Νεότητα Θήρας

Ιστολόγιο του Γραφείου Νεότητας της Ιεράς Μητρόπολης Θήρας, Αμοργού & Νήσων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναξάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναξάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

Η τρίτη Κυριακή των Νηστειών ονομάζεται <<Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης>>. Μετά από τη μεγάλη Δοξολογία στον όρθρο, ο Σταυρός μεταφέρεται σε μια σεμνή πομπή στο κέντρο του ναού και παραμένει εκεί όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, οπότε στο τέλος κάθε ακολουθίας γίνεται προσκύνηση του Σταυρού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέμα του Σταυρού, που κυριαρχεί στην υμνολογία αυτής της Κυριακής, παρουσιάζεται όχι μέσα στα πλαίσια του πόνου, αλλά της νίκης και της χαράς.
Βρισκόμαστε στη μέση της Μεγάλης Σαρακοστής. Από τη μια πλευρά η φυσική και πνευματική προσπάθεια, αν είναι συστηματική και συνεχής, αρχίζει να μας γίνεται αισθητή, το φόρτωμα να γίνεται πιο βαρύ, η κόπωση πιο φανερή. Έχουμε ανάγκη από βοήθεια και ενθάρρυνση. Από την άλλη πλευρά, αφού αντέξουμε αυτή τη κόπωση και έχουμε αναρριχηθεί στο βουνό μέχρι αυτό το σημείο, αρχίζουμε να βλέπουμε το τέλος της πορείας μας και η ακτινοβολία του Πάσχα γίνεται πιο έντονη.
Η Σαρακοστή είναι η σταύρωση του εαυτού μας, είναι η εμπειρία - περιορισμένη βέβαια - που αποκομίζουμε από την εντολή του Χριστού που ακούγεται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής: <<όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας απαρνηθεί τον εαυτό του ας σηκώσει το σταυρό του, και έτσι ας με ακολουθεί>> (Μαρκ.8,34).
Αλλά δεν μπορούμε να σηκώσουμε το σταυρό μας και ν' ακολουθήσουμε το Χριστό αν δεν ατενίζουμε το Σταυρό που Εκείνος σήκωσε για να μας σώσει. Ο δικός Του Σταυρός είναι εκείνος που δίνει νόημα αλλά και δύναμη στους άλλους. Αυτό μας εξηγεί το συναξάρι της Κυριακής:
Στη διάρκεια της νηστείας των σαράντα ημερών, κατά κάποιο τρόπο, και μείς σταυρωνόμαστε, νεκρωνόμαστε από τα πάθη, έχουμε την πίκρα της ακηδίας και της πτώσης, γι' αυτό υψώνεται ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, για αναψυχή και υποστήριξή μας. Μας θυμίζει τα πάθη του Κυρίου και μας παρηγορεί.. Είμαστε σαν τους οδοιπόρους σε δύσκολο και μακρινό δρόμο που, κατάκοποι, κάθονται για λίγο να αναπαυθούν. Με το ζωοποιό Σταυρό γλυκαίνει την πίκρα που νοιώθουμε από τη νηστεία, μας ενισχύει στη πορεία μας στην έρημο έως ότου φθάσουμε στην πνευματική Ιερουσαλήμ με την ανάστασή Του.. Επειδή ο Σταυρός λέγεται Ξύλο Ζωής και είναι εκείνο το ξύλο που φυτεύθηκε στον Παράδεισο, γι' αυτό και οι θείοι Πατέρες τοποθέτησαν τούτο στο μέσο της Σαρακοστής, για να μας θυμίζει του Αδάμ την ευδαιμονία και την πτώση του από αυτή, να μας θυμίζει ακόμα ότι με τη συμμετοχή μας στο παρόν Ξύλο δεν πεθαίνουμε πια αλλά ζωογονούμαστε>>.

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ

Σκληρό και άκαρδο παρουσιάζει η ευαγγελική περικοπή Ματ 15:21-28 τον Ιησού. Ακολουθούμενος από τους μαθητές του πηγαίνει στην περιοχή της Τύρου και Σιδώνας, μια περιοχή της Χαναάν, στον σημερινό νότιο Λίβανο, που κατοικούνταν από ειδωλολάτρες, τους οποίους οι Ισραηλίτες θεωρούσαν εχθρούς τους. Μια δυστυχισμένη γυναίκα της περιοχής τον παρακαλεί να τη βοηθήσει: «Ελέησέ με, Κύριε, Γιε του Δαβίδ·  η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο». Αλλά αυτός κάνει πως δεν ακούει. Η γυναίκα φωνάζει, αλλά αυτός μένει ασυγκίνητος, τόσο που προκαλεί την αντίδραση των μαθητών του: «Διώξε την» του λένε «γιατί μας ακολουθεί και φωνάζει». Ο Ιησούς, εντούτοις, παραμένει αδιάφορος και δηλώνει “αναρμόδιος”: «Η αποστολή μου περιορίζεται μόνο στους πλανημένους Ισραηλίτες», λέει. Όμως η γυναίκα επιμένει. Τρέχει, τον προφταίνει, πέφτει στα πόδια του και τον παρακαλεί: «Κύριε βοήθησέ με». Αλλά και η σκληρότητα του Ιησού φτάνει στο αποκορύφωμά της. Προσπαθεί να την ξεφορτωθεί με τα πιο προσβλητικά λόγια: «Δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών και να το πετάξει στα σκυλιά», της λέει.
Η περικοπή αυτή δίνει μια εικόνα του Ιησού εντελώς διαφορετική από την συνήθη. Δεν είναι πια ο καλοκάγαθος δάσκαλος, που συμμερίζεται τα βάσανα των συνανθρώπων του, λυπάται για τη δυστυχία τους και σπεύδει πρόθυμα όπου τον καλούν, για να προσφέρει τη βοήθειά του· ψωμί για τους πεινασμένους, φως για τους τυφλούς, υγεία για τους αρρώστους, χαρά για όλους. Αντίθετα, εμφανίζεται σαν ένας σκληρόκαρδος φαρισαίος, ένας υπερφίαλος εθνικιστής, που καμαρώνει για την καταγωγή του και περιφρονεί όλους τους άλλους.

Η περίεργη στάση του Ιησού φαίνεται δυσερμήνευτη. Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι ήθελε να δοκιμάσει την πίστη της γυναίκας, αλλά και πάλι δεν δικαιολογείται τόσο σκληρή συμπεριφορά. Αρκούσε να την ρωτήσει αν πιστεύει, όπως έκανε σε τόσες άλλες περιπτώσεις. Άλλωστε η γυναίκα δήλωσε από την πρώτη στιγμή την πίστη της στη δύναμη του Ιησού, αφού τον αποκάλεσε “Κύριο”, δηλαδή Θεό και “Γιο του Δαβίδ”, δηλαδή εντολοδόχο του Θεού, Μεσσία. Άρα κάποιον άλλο στόχο είχε η σκληρότητα του Ιησού. Για να εκτιμηθεί η στάση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα όσα προηγήθηκαν του επεισοδίου που περιγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος.

Ο Ιησούς βρισκόταν λίγο πριν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου συνάντησε την περιφρόνηση και την απιστία των συμπατριωτών του (Ματ 13:53-58), ώστε να αναγκαστεί να πει την παροιμιακή φράση: «Δεν υπάρχει προφήτης που να μην τον περιφρονούν οι συμπατριώτες του κι η οικογένειά του». Την ίδια απιστία συνάντησε νωρίτερα και στην ευρύτερη περιοχή της Γαλιλαίας, παρά τα θαύματα που έκανε, ώστε να πει στους συμπατριώτες του με παράπονο: «Αν γινόταν στην Τύρο και στην Σιδώνα όσα θαύματα έγιναν σ’ εσάς, οι κάτοικοί τους θα είχαν μετανοήσει από καιρό … Γι’ αυτό σας βεβαιώνω πως ο Θεός θα δείξει μεγαλύτερη επιείκεια την ημέρα της κρίσεως για την Τύρο και την Σιδώνα παρά για σας» (Ματ 11:21-22). Αφορμή όμως για τη φυγή στην περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας φαίνεται να έδωσε μια διαφωνία του Ιησού με τους φαρισαίους (Ματ 15:1-20), στην οποία οι μαθητές του δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τη θέση του και μάλιστα έσπευσαν να του επισημάνουν ότι «Ξέρεις πως οι Φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν μ’ αυτά τα λόγια που άκουσαν;» (Ματ 15:12). Έτσι, τους παίρνει μαζί του και πηγαίνουν στην Φοινίκη, όπου συμπεριφέρεται σαν πραγματικός φαρισαίος. Θέλει με τη στάση του αυτή να δείξει πόσο απάνθρωπες και άδικες μπορούν να αποδειχτούν συμπεριφορές που πολλές φορές φαντάζουν θεάρεστες.

Οι Ιουδαίοι είχαν αναπτύξει από αιώνες την πεποίθηση ότι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού. Στους χρόνους του Ιησού η πίστη αυτή είχε οδηγήσει ορισμένους κύκλους στην περιφρόνηση όλων των άλλων λαών, τους οποίους θεωρούσαν ακάθαρτους και προορισμένους για την καταστροφή. Πίστευαν ακόμη ότι η περιφρόνηση αυτή ήταν σύμφωνη με το θέλημα του Θεού, αφού θεωρούσαν τον Θεό υποχρεωμένο να παίρνει το μέρος τους. Η σκληρή, λοιπόν, στάση του Ιησού δεν στρεφόταν κατά της δυστυχισμένης εκείνης γυναίκας, αλλά κατά των αντιλήψεων αυτών, φορείς των οποίων ήταν και οι μαθητές του.

Στρέφεται όμως και ενάντια σε ανάλογες αντιλήψεις που έχουν αναπτύξει και σήμερα διάφορες ομάδες χριστιανών. Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι χριστιανοί που, βέβαιοι για τη δική τους σωτηρία, αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση όσους δεν τελούν με την ίδια επιμέλεια τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που, όταν νηστεύουν, κατακρίνουν όσους δεν κάνουν το ίδιο ή, όταν πηγαίνουν στην εκκλησία, σκέφτονται επιτιμητικά για όσους δεν εκκλησιάζονται. Τέλος, δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι ως Έλληνες και ως χριστιανοί ορθόδοξοι είναι προικισμένοι με ιδιαίτερα προνόμια από τον Θεό, ότι ο Θεός είναι δικός τους και σχεδόν υποχρεωμένος να τους υποστηρίζει. Απέναντι σ’ αυτές τις βεβαιότητες ο Χριστός απαντά μέσα από τη σύντομη αυτή ευαγγελική περικοπή ότι ο Θεός δεν δεσμεύεται ούτε από την καταγωγή, αλλά ούτε ακόμη και από τις τελετές και τις προσφορές των ανθρώπων. Το ότι κάποτε κάποιος βαφτίστηκε και το ότι δηλώνει χριστιανός δεν αποτελεί εγγύηση για τη σωτηρία του αν δεν καλλιεργεί την πίστη. Και η καλλιέργεια της πίστης δεν επιτυγχάνεται με μια τυπική επίσκεψη στην εκκλησία, έτσι για να τα έχει κανείς καλά και με τον Θεό, αλλά με συνεχή αγώνα και καθημερινή προσπάθεια αναγνώρισης του θελήματός του και ανταπόκρισης σ’ αυτό. Η Χανααναία της περικοπής ανήκε σε διαφορετική από τους Ιουδαίους φυλή και είχε άλλη θρησκεία. Με την πίστη της όμως στο μήνυμα του Ιησού κατόρθωσε να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια που έθετε η εθνική και θρησκευτική εχθρότητα και να κερδίσει τελικά τη θεραπεία της κόρης της.

Μόνο μια τέτοια πίστη και ένας τέτοιος αγώνας μπορεί να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια που κρατούν μέχρι σήμερα χωρισμένους τους ανθρώπους, ακόμη και τους χριστιανούς μεταξύ τους. Μόνον όταν οι χριστιανοί φτάσουν σε τέτοια επίπεδα πίστης, ώστε να μη ξεχωρίζουν τους ανθρώπους με βάση το χρώμα τους, την καταγωγή τους, το φύλλο τους, ακόμη και τη θρησκεία τους, θα μπορούν να ελπίζουν με βεβαιότητα ότι έχουν κάνει ένα μεγάλο βήμα προς την πραγμάτωση της Βασιλείας του Θεού.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Το γεγονός αυτό εξιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς στο κεφάλαιο Β', στ. 22-35. Συνέβη σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του παιδιού Ιησού. Σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο, η Παρθένος Μαρία, αφού συμπλήρωσε το χρόνο καθαρισμού από τον τοκετό, πήγε στο Ναό της Ιερουσαλήμ μαζί με τον Ιωσήφ, για να εκτελεσθεί η τυπική αφιέρωση του βρέφους στο Θεό κατά το «πάν άρσεν διανοίγον μήτραν (δηλαδή πρωτότοκο) άγιον τω Κυρίω κληθήσεται» και για να προσφέρουν θυσία, που αποτελούνταν από ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια. Κατά τη μετάβαση αυτή, δέχθηκε τον Ιησού στην αγκαλιά του ο υπερήλικας Συμεών (βλέπε 3 Φεβρουαρίου). Αυτό το γεγονός αποτελεί άλλη μια απόδειξη ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν ήλθε να καταργήσει τον Μωσαϊκό νόμο, όπως ισχυρίζονταν οι υποκριτές Φαρισαίοι και Γραμματείς, αλλά να τον συμπληρώσει, να τον τελειοποιήσει.
Κατά την ολονυκτία της Υπαπαντής στην Κωνσταντινούπολη, οι βασιλείς συνήθιζαν να παρευρίσκονται στο Ναό των Βλαχερνών. Η συνήθεια αυτή εξακολούθησε μέχρι τέλους της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

ΤΑ ΤΡΙΑ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΑ



Το βάπτισμα του Ιωάννου
Ο Τίμιος Πρόδρομος εκήρυττε μετάνοια και επιστροφή στον Θεό. Και εκείνους, που άκουγαν το μήνυμά του και μετανοούσαν για τις αμαρτίες τους, τους εβάπτιζε.

Εκείνοι, που ήθελαν να λάβουν το βάπτισμα, ώφειλαν να μπουν στον Ιορδάνη γυμνοί. Για να φαίνεται αισθητά ότι η αμαρτία ξεγυμνώνει τον άνθρωπο από το ένδυμα της χάρης του Θεού· από κάθε χάρισμα του Θεού· από κάθε σχέση με τον Θεό. Και ενώ έστεκαν γυμνοί μέσα στον Ιορδάνη, εξομολογούντο τις αμαρτίες τους. Με τον τρόπο αυτό διεκήρυτταν, ότι η αμαρτία είναι ρεζιλίκι. Είναι ντροπή πολύ χειρότερη από κάθε γύμνωση· από κάθε ξεγύμνωμα.
Τί έπαιρναν με το βάπτισμα εκείνο; Σχεδόν τίποτε. Ο άγιος Ιωάννης το ξεκαθάριζε από την αρχή: Εγώ «βαπτίζω εν ύδατι». Εγώ βαπτίζω με απλό νεράκι. Από εμένα το νερό αυτό δεν παίρνει τίποτε. Νερό ήταν. Νερό μένει. Μπορεί να πλένει το σώμα. Αλλά δεν πλένει την ψυχή. Η ψυχή μένει με όλο το βάρος των αμαρτιών της. Εκείνος όμως που βαπτίζεται, κάνει ο ίδιος μια πράξη ηρωική. Κατηγορεί την αμαρτία ότι δεν είναι πλούτος· ούτε κέρδος· αλλά αίσχος· ντροπή· φτώχεια· ρε­ζιλίκι.

Αυτό ήταν το βάπτισμα του Ιωάννου. Μία βοήθεια στον άνθρωπο να συνειδητοποιήσει ότι η αμαρτία είναι ζημία· και ότι η προετοιμασία, για την βασιλεία του Θεού που έρχεται, αρχίζει με την μετάνοια.

Το Βάπτισμα του Χριστού
Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι αναμάρ­τητος. Σαν αναμάρτητος δεν το είχε ανάγκη το βάπτισμα του Ιωάννου. Δεν θα Του πρόσθετε τίποτε. Δεν επήγε λοιπόν να βαπτισθεί από τον Ιωάννη για τον Εαυτό Του. Για μας επήγε και βαπτίσθηκε, «διά την ημετέραν σωτηρίαν», όπως το ομολογούμε στην απόλυση. Όλα εκείνα, που έγιναν στην βάπτισή Του, δεν έγιναν γι’ Αυτόν. Για χάρη μας έγιναν. Για να ανοίξουν τα μάτια μας, τα μάτια της ψυχής μας, και να ιδούμε την αλήθεια. Για να καταλάβουμε, όχι τί έγινε στον Χριστό με την βάπτισή Του, αλλά τί έγινε με την βάπτιση του Χριστού στο νερό του Ιορδάνη.

Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Μονογενής Υιός του Θεού. Είναι ο ομοούσιος με τον Πατέρα. Είναι πλήρης χάριτος και αληθείας. Είναι η Πηγή του Αγιασμού. Μόλις λοιπόν επήγε και ζήτησε βάπτισμα μετανοίας, τρόμαξε ο Ιωάννης· και έφριξε και εστράφη εις τα οπίσω ο Ιορδάνης. Γιατί έβλεπαν το Πυρ της Θεότητος να κατεβαίνει στο νερό. Αυτό το Πυρ μπήκε στο νερό. Αλλά δεν έκαψε τον Ιορδάνη· τον αγίασε. Και τον έκαμε, από απλό νερό, νερό γεμάτο Πνεύμα Άγιο. Στα μάτια του έξω ανθρώπου συνέχισε να φαίνεται νερό. Ήταν όμως ένα νερό, που η παρουσία και η αγιαστική δύναμη του Ιησού, το είχε μεταστοιχειώσει. Το είχε γεμίσει Πνεύμα Άγιο.

Γι’ αυτό και εμείς σήμερα ομολογούμε ότι ο Χριστός εν Ιορδάνη βαπτισθήναι καταδεξάμενος ΑΓΙΑΣΕ τα ύδατα. Τα έκαμε Μεγάλο Αγιασμό. Αυτό το ίδιο νερό, εκείνης της πανίερης στιγμής, έχουμε μέσα στην αγία Κολυμβήθρα της Εκκλησίας μας σε κάθε βάπτισμα Χριστιανού.

Το δικό μας Βάπτισμα
Όλοι μας βαπτισθήκαμε σ’ αυτό το άγιο νερό.

Όταν βαπτιζόμαστε, βυθιζόμαστε μέσα στο νερό της κολυμβήθρας. Το βύθισμα αυτό συμ­βολίζει ότι πεθάναμε για την αμαρτία, όπως ο Χριστός πέθανε στο Σταυρό. Γιατί, όπως λέγει ο απόστολος Παύλος, «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθημεν, εις τον θάνατον Αυτού εβαπτίσθημεν» (Ρωμ. 6, 4). Όποιος λοιπόν βαπτίσθηκε, πέθανε! Για την αμαρτία πέθανε! Σωματικά ζει. Και πρέπει να ζει. Και όλοι στους νεοφώτιστους ευχόμαστε να ζουν και να είναι εκατόχρονοι. Αλλά για την αμαρτία πρέπει να πεθάνουμε. Και μάλιστα εφ’ άπαξ, δη­λαδή, οριστικά και αμετάκλητα! Και από εκεί και πέρα να ζούμε πνευματικά.

Να ζούμε εκείνο που εγίναμε στο βάπτισμα. Τί εγίναμε; Τέκνα Θεού κατά χάρη. Υιοί φωτός. Κληρονόμοι της Βασιλείας του Θεού. Καινή κτίση. Άνθρωποι όχι πια από σάρκα, αλλά άνθρωποι γεμάτοι χάρη και χαρίσματα του Αγίου Πνεύμα­τος. Άνθρωποι με την «σφραγίδα του Θεού»· με την «σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος». Κάτι το πολύ μεγάλο! Κάτι το εντελώς αλλοιώτικο, από ό,τι είμασταν μέχρι τότε. Δεν είμαστε πια ένας κάποιος άνθρωπος. Είμαστε Χριστιανοί! Μέλη του Σώματος του Χριστού!

Φροντίζουμε να μάθουμε, τί σημαίνει «είμαστε Χριστιανοί»; Φροντίζουμε να το καταλάβουμε, ότι «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθημεν, Χριστόν ενεδυσάμεθα»; Φροντίζουμε, να το βιώσουμε; Φροντίζουμε να ζήσουμε, όπως απαιτεί το βάπτισμα;

Θα βεβήλωνες ποτέ εικόνα του Χριστού; Γιατί βεβηλώνεις την ιδιότητα του Χριστιανού; Όπως η σανίδα με ζωγραφισμένη Εικόνα, δεν είναι πια σανίδα, αλλά ιερή Εικόνα, έτσι και ο άνθρωπος, ο βαπτισμένος στο Όνομα του Χριστού, δεν είναι πια απλά άνθρωπος· είναι Χριστιανός· τέκνο του Θεού· εκλεκτός του Θεού. Φροντίζουμε να το συνειδητο­ποιούμε, τί αξία πνευματική έχουμε;

* * *

Λένε ότι κάποτε ένας Ευρωπαίος εξερευ­νητής περιπλανώμενος στην Αφρική, λίγο πριν οι ιθαγενείς «ξυπνήσουν», ευρήκε μερικά νεγράκια να παίζουν με διαμαντόπετρες, χωρίς να φαντάζο­νται τι θησαυρούς κρατούσαν στα χέρια τους. Τα πλησίασε. Τους ζήτησε να κάμουν ανταλλαγή. Θα τους έδινε καραμέλες, σοκολάτες, καθρεφτάκια! Και θα του έδιναν τα χρυσοφόρα χαλίκια τους! Χο­ροπήδησαν από χαρά τα νεγράκια και δέχθηκαν. Δεν μπορούσαν τότε να καταλάβουν ούτε τι έπαιρναν ούτε τι έδιναν.

Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός, και οι ιθαγε­νείς κατάλαβαν. Κατάλαβαν πολλά. Και έμαθαν να προσέχουν σε ακόμη πιο πολλά. Και έπαψαν να γίνονται θύματα για ένα τίποτε.

Εμείς πότε θα ξυπνήσουμε; Πότε θα κα­ταλάβουμε τί αξία μας έδωσε το βάπτισμα; Πότε θα πάψουμε να φερνόμαστε (οι τάχα έξυπνοι εμείς) πιο ανόητα από ό,τι οι ιθαγενείς τότε της Αφρικής; Πότε θα πάψουμε να ενεργούμε σαν κορόϊδα;

(+Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, Ο Θεός επί γης, Έκδ. Ι. Μ. Προφήτου Ηλιού, Πρέβεζα 2015, σ. 66-70)

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Η ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Ο Μωσαϊκός νόμος, διέταζε την περιτομή των αρσενικών παιδιών ('Εξοδ. ΙΒ' 43-49), (Γεν. ΙΖ' 9-19), η οποία γινόταν κατά την ογδόη ημέρα από αυτή της γέννησης του παιδιού (Λευιτ. ΙΓ' 3). Η τελετή αυτή έπαιρνε μέρος μέσα σε κτίριο της Συναγωγής, το πρωί, παρουσία δέκα τουλάχιστον προσώπων. Έτσι και η περιτομή του βρέφους Ιησού έγινε στη Συναγωγή της Βηθλεέμ. Η χειροποίητος αυτή περιτομή στο σώμα ήταν τύπος, που συμβόλιζε την περιτομή της καρδιάς, ενεργούμενης απ' ευθείας υπό του Θεού (Δευτ. Γ 16, Λ'6). Για τη δεύτερη αυτή περιτομή, την αχειροποίητο, ο απ. Παύλος διδάσκει: «Περιετμήθητε περιτομή αχειροποιήτω εν τη απεκδυθεί του σώματος των αμαρτιών της σαρκός, εν τη περιτομή του Χριστού, συνταφέντες αυτώ εν τω βαπτίσματι» (Κολ. Β' 11-12). Δηλαδή, λέει ο απ. Παύλος, περιτμηθήκατε και με περιτομή πνευματική, που ενεργείται απ' το Άγιο Πνεύμα. Και συνίσταται στο γδύσιμο και την αποβολή του σώματος, που δούλεψε στις αμαρτίες της σάρκας. Το γδύσιμο δε αυτό είναι η περιτομή, που πήρατε από τον Χριστό, όταν θαφτήκατε μαζί Του, δια του Αγίου Βαπτίσματος. Το Βρέφος όμως της φάτνης, αφού γεννήθηκε με τον Παλαιό Νόμο, έπρεπε να υποβληθεί και Αυτό στον τύπο, ο οποίος είχε δικαίωμα να ισχύει μέχρι της καταργήσεως του. Η περιτομή την οποία εορτάζουμε και τιμούμε ως Δεσποτική εορτή είναι η απάντηση σε όσους ισχυρίζονταν ότι ο Ιησούς εγεννήθη κατά φαντασίαν. Μετά την περιτομή επέστρεψε στην οικία Του, ζώντας ανθρώπινα και «προκόπτων εν ηλικία και σοφία και χάριτι».

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

ΆΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΙΓΙΝΗΣ


ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΥ



Ο Άγιος Διονύσιος γεννήθηκε το 1547 μ.Χ. στο χωριό Αιγιαλός της Ζακύνθου. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Δραγανίγος ή Γραδενίγος Σιγούρος (ή Σηκούρο). Η οικογενειά του ήταν εύπορη και κατείχε μεγάλη έκταση γης, ενώ οι γονείς του συμμετέχοντας στους πολέμους των Βενετών κατά των Τούρκων απέκτησαν και αριστοκρατικό ιδίωμα. Ο πατέρας του λεγόταν Μώκιος και η μητέρα του Παυλίνα, ενώ είχε άλλα δύο αδέλφια τον Κωνσταντίνο και τη Σιγούρα. Σύμφωνα με τοπικές παραδόσεις της Ζακύνθου, που δεν επιβεβαιώνονται ιστορικά, ο Άγιος είχε για ανάδοχο τον Άγιο Γεράσιμο (βλέπε 16 Αυγούστου και 20 Οκτωβρίου).

Ο Άγιος Διονύσιος, ανατράφηκε με τα διδάγματα του Ευαγγελίου. Έτσι γρήγορα διακρίθηκε στα γράμματα και την αρετή. Νωρίς, μόλις ενηλικιώθηκε, ασχολήθηκε με τη διδασκαλία του θείου λόγου, φροντίζοντας συγχρόνως να συντρέχει στην ανακούφιση των φτωχών. Κατόπιν έγινε μοναχός στη βασιλική Μονή των Στροφάδων, παίρνοντας το όνομα Δανιήλ, όπου ασκήθηκε στην αγρυπνία, την εγκράτεια και τη μελέτη των Γραφών.

Αργότερα ο Διονύσιος, θα χριστεί ιερέας παρά τις αρχικές του επιφυλάξεις λόγω της βαριάς ευθύνης της ιεροσύνης, από τον επίσκοπο Κεφαληνίας και Ζακύνθου, Θεόφιλο. Έπειτα, το 1577 μ.Χ., πήγε στην Αθήνα, για να βρει καράβι προκειμένου να ταξιδέψει στα Ιεροσόλυμα. Αλλά ο τότε αρχιερέας των Αθηνών, Νικάνορας, άκουσε κάποια Κυριακή το λαμπρό του κήρυγμα και μετά από πολλές παρακλήσεις τον έκανε επίσκοπο Αιγίνης, με την επίσημη κατόπιν έγκριση της Εκκλησίας Κωνσταντινούπολης, δίνοντας του το όνομα Διονύσιος.

Τα ποιμαντικά του καθήκοντα, επιτέλεσε άγρυπνα και άοκνα. Αναδείχτηκε διδάσκαλος, πατέρας και παιδαγωγός του ποιμνίου του. Η φήμη του είχε διαδοθεί παντού, αλλά αυτός παρέμενε απλός και ταπεινός.

Ασθένησε όμως από τους πολλούς κόπους και παραιτήθηκε. Γύρισε στη Ζάκυνθο, όπου μέχρι το 1579 μ.Χ. ήταν προσωρινός επίσκοπος. Μετά αποσύρθηκε στη Μονή της Θεοτόκου της Αναφωνητρίας, όπου ασκήτευε και με αγάπη κήρυττε και βοηθούσε τους κατοίκους του νησιού.

Οι οικογένειες Σιγούρου και Μονδίνου από διασωθέντα έγγραφα που ανάγονται στα αρχεία της Βενετίας, φαίνεται να είχαν θανάσιμο μίσος. Συμπλοκές μεταξύ των δυο οικογενειών συνέβαιναν διαρκώς. Σε μια από αυτές ο αδελφός του Αγίου, Κωνσταντίνος, δολοφονήθηκε. Στην προσπάθεια όμως να διαφύγει ο δολοφονός του Κωνσταντίνου αναζήτησε καταφύγιο στο μοναστήρι που βρισκόταν ο Άγιος, χωρίς όμως να γνωρίζει τη συγγένεια. Όταν ο δολοφόνος έφτασε στη Μονή, ερωτήθη από τον Διονύσιο, που ήταν ο ηγούμενος της Μονής, γιατί ζητεί καταφύγιο, αφού κανονικά δεν επιτρέπετο να εισέλθει. Ο ίδιος απάντησε πως τον κυνηγούσαν οι Σιγούροι, ενώ μετά από διαρκείς ερωτήσεις ομολόγησε πως δολοφόνησε τον Κωνσταντίνο Σιγούρο. Ο Διονύσιος παρά τη θλίψη του, όχι μόνο έκρυψε τον δολοφόνο αλλά και τον φυγάδευσε. Έτσι με αυτόν τρόπο κατάφερε να αποτρέψει ένα ακόμα έγκλημα και ταυτόχρονα να δώσει τη δυνατότητα μετανοίας στον δολοφόνο, παρά την πικρία για το χαμό του αδελφού του, δίνοντας ένα παράδειγμα συγχωρητικότητας και υψηλής εφαρμογής των Χριστιανικών ιδεωδών. Για τον λόγο μάλιστα αυτό ονομάστηκε και «Άγιος της Συγνώμης».

Ο Διονύσιος πέθανε σε βαθιά γεράματα, 17 Δεκεμβρίου 1622 μ.Χ. Τάφηκε στη Μονή Στροφάδων και κατά την εκταφή το λείψανό του βγήκε ευωδιαστό και αδιάφθορο.

Η αγιότητά του αναγνωρίσθηκε από το οικουμενικό πατριαρχείο το 1703 μ.Χ., αλλά στο νησί ένεκα του βίου του, αλλά και του λειψάνου του ετιμάτο ως άγιος αρκετά νωρίτερα.

Στις 24 Αύγούστου του 1717 μ.Χ. μετεκομίσθη το Σεπτό Σκήνωμά του στη Ζάκυνθο για να προστατευθεί από τους πειρατές. Αρχικά φυλάχτηκε στον Ιερό Ναό του Μετοχίου της Ι. Μονής, στο προάστιο Καλλιτέρος. Το 1764 μ.Χ. εναποτέθηκε οριστικά στην ομώνυμη Ιερά Μονή του, που έχτισαν oί Μοναχοί των Στροφάδων. Από τότε το Σεπτό Σκήνωμά του αποτελεί μέχρι σήμερα πόλο έλξεως χιλιάδων προσκυνητών και πηγή συνεχών ιάσεων και θαυμάτων.

Η ανακήρυξη του Αγίου Διονυσίου σαν Προστάτη της Ζακύνθου, αντί της Παναγίας της Σκοπιώτισσας και του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, έγινε από την Κοινότητα Ζακύνθου ύστερ’ από το έτος 1758 μ.Χ. και πριν από το 1763 μ.Χ., όταν η Βενετσιάνικη Γερουσία ενέκρινε απόφαση του Προβλεπτή Ζακύνθου Φραγκίσκου Μανωλέσου, για την αναγνώριση σαν επίσημης ημέρας της 17ης Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Ως τότε, η επέτειος της Κοιμήσεως του Αγίου Διονυσίου (17 Δεκεμβρίου), θεσπισμένη από τη Συνοδική Έκθεση του 1703 μ.Χ., γιορταζόταν ανεπίσημα, με τη λιτανεία στην πόλη του ιερού Λειψάνου και πανηγύρι. Επίσης, ορίσθηκε να γιορτάζεται επίσημα και η 24η Αυγούστου, επέτειος της μετακομιδής του ιερού Λειψάνου από τα Στροφάδια στη Ζάκυνθο, με πανηγύρι και λιτανεία του Πολιούχου στην πόλη.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ


Η Αγία Βαρβάρα έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Μαξιμιανού (286 - 305 μ.Χ.) και ήταν κόρη του ειδωλολάτρη Διοσκόρου ο οποίος ήταν από τους πιο πλούσιους ειδωλολάτρες της Ηλιουπόλεως.

Ο πατέρας της λόγω της σωματικής ωραιότητας της Αγίας, την φύλαγε κλεισμένη εντός πύργου. Δεν γνωρίζουμε που διδάχθηκε τις χριστιανικές αλήθειες, καθώς ο πατέρας της ήταν φανατικός ειδωλολάτρης, λόγος για τον οποίο άλλωστε προσπάθησε να κρατήσει κρυφή την πίστη της στον Τριαδικό Θεό. Ένα τυχαίο περιστατικό, όμως, την πρόδωσε. Ο πατέρας της πληροφορήθηκε από τεχνίτες ότι η Αγία ζήτησε να τις ανοίξουν τρία παράθυρα στον πύργο όπου ήταν έγκλειστη, στο όνομα της Αγίας Τριάδος και, έτσι, βεβαιώθηκε ότι η κόρη του είχε γίνει Χριστιανή.

Εξοργίσθηκε τόσο που την κυνήγησε εντός του πύργου με το ξίφος του για να την φονεύσει. Η Αγία κατέφυγε στα όρη, αλλά ο πατέρας της την συνέλαβε και την παρέδωσε στον τοπικό άρχοντα, Μαρκιανό, κατηγορώντας την για την πίστη της. Όταν ανακρίθηκε, ομολόγησε με παρρησία την πίστη της στον Χριστό και καθύβρισε τα είδωλα. Μετά από φρικτά βασανιστήρια, διεπομπέφθη γυμνή στην πόλη και τέλος σφαγιάσθηκε από τον ίδιο τον πατέρα της. Την στιγμή όμως που είχε αποτελειώσει το έγκλημά του, έπεσε νεκρός χτυπημένος από κεραυνό κατά θεία δίκη.

Η σύναξη της Αγίας ετελείτο στο μαρτύριο αυτής, στον Βασιλίσκο πλησίον της αγίας Ζηναΐδος.

Τα Λείψανα της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας διαφυλάχθηκαν στην Κωνσταντινούπολη μέχρι τον 11ο αιώνα μ.Χ.., οπότε ένα μέρος τους μεταφέρθηκε στη Βενετία, όταν Δόγης ήταν Ο Πέτρος Β’ Orseol (991 – 1009 μ.Χ.). Τα Λείψανα μεταφέρθηκαν από την Πριγκίπισσα Μαρία Αργυροπούλα, η οποία νυμφεύθηκε τον γιό του Δόγη Πρίγκιπα Ιωάννη. (Σύμφωνα με μέρος των πηγών - Ιωάννη τον Διάκονο και Ανδρέα Δάνδολο - η Μαρία ήταν ανιψιά ή και αδελφή των Αυτοκρατόρων Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου και Κωνσταντίνου Η’, όμως το πλέον πιθανό είναι να ήταν μία από τις αδελφές του μελλοντικού Αυτοκράτορα Ρωμανού Γ’).

Ο Πριγκιπικός Γάμος ευλογήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, με παρανύμφους τους Αυτοκράτορες. Μάλιστα η παραμονή του ζεύγους στη Βασιλεύουσσα παρατάθηκε μέχρι το 1004 μ.Χ. (εκεί γεννήθηκε και το πρώτο παιδί τους).

Στη Βενετία τα Λείψανα της Μεγαλομάρτυρος κατατέθηκαν στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Μάρκου. Ο Ιωάννης πέθανε από πανώλη στη Βενετία, το 1009 μ.Χ. Μετά τον θάνατό του δύο αδέλφια του, ο Επίσκοπος του Τορτσέλλο Όρσο και η Φιληκίτη, Ηγουμένη της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου επίσης στο Τορτσέλλο, πέτυχαν την μεταφορά των Λειψάνων στη Μονή αυτή, όπου παρέμειναν μέχρι τον 18ο αιώνα μ.Χ.

Τα Λείψανα μεταφέρθηκαν και πάλι στο Ναό του Αγίου Μάρκου κατά την περίοδο των Ναπολεοντίων Πολέμων, όπου και σήμερα φυλάσσονται. Πάντως μέρος τους παρέμεινε και στη Μονή του Τορτσέλλο. Δεν είναι γνωστό πότε και κάτω από ποιες συνθήκες η Κάρα της Αγίας μεταφέρθηκε στο Μοντεκοτίνι της Ιταλίας, όπου σήμερα φυλάσσεται, όπως και το μέρος των Λειψάνων που φυλάσσεται στο Ρωμαιοκαθολικό Ναό του Ριέτι.

Επίσης, κατά το 12ο αιώνα μ.Χ., μέρος υπολοίπων λειψάνων της Αγίας μεταφέρθηκαν από την Κωνσταντινούπολη στο Μοναστήρι του Αγίου Μιχαήλ με τους Χρυσούς Τρούλους στο Κίεβο, όπου παρέμειναν ως το 1930 μ.Χ., όταν μεταφέρθηκαν εκ νέου στον Καθεδρικό Ναό του Αγ. Βλαδίμηρου στην ίδια πόλη.

Την 1η Ιουνίου 2003 μ.Χ., μετά από ενέργειες του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου προς την Ρωμαιοκαθολική Επισκοπή της Βενετίας και τον Επίσκοπό της Άγγελο Scolla, δόθηκε μέρος των Λειψάνων της Αγίας στην Εκκλησία της Ελλάδος. Το Λείψανο παραλήφθηκε με τις δέουσες τιμές από τον Γενικό Διευθυντή της Αποστολικής Διακονίας Επίσκοπο Φαναρίου Αγαθάγγελο και κατατέθηκε στο ομώνυμο Προσκύνημα του Δήμου Αγίας Βαρβάρας Αττικής.

Η Αγία Βαρβάρα θεωρείται όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σ΄ άλλες Χώρες Αγία προστάτις πυροβολικού. Στην Ελλάδα καθιερώθηκε ως Προστάτις του όπλου αυτού το 1828 μ.Χ. όπου και αναφέρεται η πρώτη σχετική τελετή με δοξολογία και παράθεση στη συνέχεια γεύματος όπου έλαβαν μέρος αξιωματικοί και οπλίτες πυροβολητές.

Στη Ορθόδοξη εικονογραφία η Αγία Βαρβάρα ζωγραφίζεται πολλές φορές μ’ ένα ποτήριο στο χέρι όντας προστάτιδα ενάντια στο αιφνίδιο θάνατο και μη θέλοντας να στερηθούν οι ετοιμοθάνατοι την θεία κοινωνία. Συχνά τη συναντούμε κοντά σ΄ έναν πύργο (με τρία παράθυρα) ή κρατώντας ένα βιβλίο (για τους ετοιμοθάνατους) ή ένα κλαδί φοίνικα.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

ΆΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ


Ο Ανδρέας, ψαράς στο επάγγελμα και αδελφός του Αποστόλου Πέτρου, ήταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και τον πατέρα του τον έλεγαν Ιωνά. Επειδή κλήθηκε από τον Κύριο πρώτος στην ομάδα των μαθητών, ονομάστηκε πρωτόκλητος.

Ο Ανδρέας (μαζί με τον Ιωάννη τον ευαγγελιστή) υπήρξαν στην αρχή μαθητές του Ιωάννου του Προδρόμου. Κάποια μέρα μάλιστα, που βρισκόντουσαν στις όχθες του Ιορδάνη κι ο Πρόδρομος τους έδειξε τον Ιησού και τους είπε «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», οι δύο απλοϊκοί εκείνοι ψαράδες συγκινήθηκαν τόσο πολύ, που χωρίς κανένα δισταγμό κι επιφύλαξη αφήκαν αμέσως τον δάσκαλο τους κι ακολούθησαν τον Ιησού.

Η ιστορία της ζωής του Ανδρέα μέχρι την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψη, υπήρξε σχεδόν ίδια με εκείνη των άλλων μαθητών. Μετά το σχηματισμό της πρώτης Εκκλησίας, ο Ανδρέας κήρυξε στη Βιθυνία, Εύξεινο Πόντο (μάλιστα ο Απόστολος, είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας του Βυζαντίου αφού εκεί εγκατέστησε πρώτο επίσκοπο, τον απόστολο Στάχυ (βλέπε 31 Οκτωβρίου) κι αυτού διάδοχος είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης), Θράκη, Μακεδονία και Ήπειρο. Τελικά, κατέληξε στην Αχαΐα.

Στην Αχαΐα, η διδασκαλία του καρποφόρησε και με τις προσευχές του θεράπευσε θαυματουργικά πολλούς ασθενείς. Έτσι, η χριστιανική αλήθεια είχε μεγάλες κατακτήσεις στο λαό της Πάτρας. Ακόμα και η Μαξιμίλλα, σύζυγος του ανθύπατου Αχαΐας Αιγεάτου, αφού τη θεράπευσε ο Απόστολος από τη βαρειά αρρώστια που είχε, πίστεψε στο Χριστό. Το γεγονός αυτό εκνεύρισε τον ανθύπατο και με την παρότρυνση ειδωλολατρών ιερέων συνέλαβε τον Ανδρέα και τον σταύρωσε σε σχήμα Χ. Έτσι, ο Απόστολος Ανδρέας παρέστησε τον εαυτό του στο Θεό «δόκιμον ἐργάτην» (Β΄ προς Τιμόθεον, 2: 15). Δηλαδή δοκιμασμένο και τέλειο εργάτη του Ευαγγελίου.

Οι χριστιανοί της Αχαΐας θρήνησαν βαθιά τον θάνατο του. Ο πόνος τους έγινε ακόμη πιο μεγάλος, όταν ο ανθύπατος Αιγεάτης αρνήθηκε να τους παραδώσει το άγιο λείψανο του, για να το θάψουν. Ο Θεός όμως οικονόμησε τα πράγματα. Την ίδια μέρα, που πέθανε ο άγιος, ο Αιγεάτης τρελάθηκε κι αυτοκτόνησε. Οι χριστιανοί τότε με τον επίσκοπο τους τον Στρατοκλή, πρώτο επίσκοπο των Πατρών, παρέλαβαν το σεπτό λείψανο και το 'θαψαν με μεγάλες τιμές.

Αργότερα, όταν στον θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε ο Κωνστάντιος, που ήταν γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέρος του ιερού λειψάνου μεταφέρθηκε από την πόλη των Πατρών στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό των αγίων Αποστόλων «ένδον της Αγίας Τραπέζης». Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου φαίνεται πως απέμεινε στην Πάτρα.

Όταν όμως οι Τούρκοι επρόκειτο να καταλάβουν την πόλη το 1460 μ.Χ., τότε ο Θωμάς Παλαιολόγος, αδελφός του τελευταίου αυτοκράτορας Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου και τελευταίος Δεσπότης του Μοριά, πήρε το πολύτιμο κειμήλιο και το μετέφερε στην Ιταλία. Εκεί, αφού το παρέλαβε ο Πάπας Πίος ο Β, το πολύτιμο κειμήλιο εναποτέθηκε στον ναό του αγίου Πέτρου της Ρώμης.

Τον Νοέμβριο του 1847 μ.Χ. ένας Ρώσος Πρίγκηπας, ο Ανδρέας Μουράβιεφ δώρησε στην πόλη της Πάτρας ένα τεμάχιο δακτύλου του χεριού του Αγίου. Ο Μουράβιεφ είχε λάβει το παραπάνω ιερό Λείψανο από τον Καλλίνικο, πρώην Επίσκοπο Μοσχονησίων, ο οποίος μόναζε τότε στο Άγιο Όρος.

Στην πόλη της Πάτρας, επανακομίσθηκαν και φυλάσσονται από την 26η Σεπτεμβρίου 1964 μ.Χ. η τιμία Κάρα του Αγίου και από την 19ην Ιανουαρίου 1980 μ.Χ. λείψανα του Σταυρού, του μαρτυρίου του. Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου ύστερα από ενέργειες της Αρχιεπισκοπής Κύπρου μεταφέρθηκε και στην Κύπρο το 1967 μ.Χ. για μερικές μέρες κι εξετέθηκε σε ευλαβικό προσκύνημα.

Όπως αναφέρει μια Κυπριακή παράδοση, σε μια περιοδεία του, ο Απόστολος Ανδρέας, πήγε και στην Κύπρο. Το καράβι, που τον μετέφερε στην Αντιόχεια από την Ιόππη, λίγο πριν προσπεράσουν το γνωστό ακρωτήρι του αποστόλου Ανδρέα και τα νησιά, που είναι γνωστά με το όνομα Κλείδες, αναγκάστηκε να σταματήσει εκεί σ' ένα μικρό λιμανάκι, γιατί κόπασε ο άνεμος. Τις μέρες αυτές της νηνεμίας τους έλειψε και το νερό. Ένα πρωί, που ο πλοίαρχος βγήκε στο νησί κι έψαχνε να βρει νερό, πήρε μαζί του και τον απόστολο. Δυστυχώς πουθενά νερό. Κάποια στιγμή, που έφτασαν στη μέση των δύο εκκλησιών, που υπάρχουν σήμερα, της παλαιάς και της καινούργιας, που 'ναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ο άγιος γονάτισε μπροστά σ' ένα κατάξερο βράχο και προσευχήθηκε να στείλει ο Θεός νερό. Ποθούσε το θαύμα, για να πιστέψουν όσοι ήταν εκεί στον Χριστό. Ύστερα σηκώθηκε, σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τον βράχο και το θαύμα έγινε. Από τη ρίζα του βράχου βγήκε αμέσως μπόλικο νερό, που τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ' ένα λάκκο της παλαιάς εκκλησίας κι απ' εκεί προχωρεί και βγαίνει από μια βρύση κοντά στη θάλασσα. Είναι το γνωστό αγίασμα. Το ευλογημένο νερό, που τόσους ξεδίψασε, μα και τόσους άλλους, μυριάδες ολόκληρες, που το πήραν με πίστη δρόσισε και παρηγόρησε. Και πρώτα-πρώτα το τυφλό παιδί του καπετάνιου.

Ήταν κι αυτό ένα από τα πρόσωπα του καραβιού που μετέφερε ο πατέρας. Γεννήθηκε τυφλό και μεγάλωσε μέσα σε ένα συνεχές σκοτάδι. Ποτέ του δεν είδε το φως. Δένδρα, φυτά, ζώα αγωνιζόταν να τα γνωρίσει με το ψαχούλεμα. Εκείνη την ήμερα, όταν οι ναύτες γύρισαν με τα ασκιά γεμάτα νερό κι εξήγησαν τον τρόπο που το βρήκαν στο νησί, ένα φως γλυκιάς ελπίδας άναψε στην καρδιά του δύστυχου παιδιού. Μήπως το νερό αυτό, σκέφτηκε, που βγήκε από τον ξηρό βράχο ύστερα απ' την προσευχή του παράξενου εκείνου συνεπιβάτη τους, θα μπορούσε να χαρίσει και σ' αυτόν το φως του που ποθούσε; Αφού με θαυμαστό τρόπο βγήκε, θαύματα θα μπορούσε και να προσφέρει. Με τούτη την πίστη και τη βαθιά ελπίδα ζήτησε και το παιδί λίγο νερό. Διψούσε. Καιγόταν απ' τη δίψα. Ο απόστολος, που ήταν εκεί, έσπευσε κι έδωσε στο παιδί ένα δοχείο γεμάτο από το δροσερό νερό. Όμως το παιδί προτίμησε, αντί να δροσίσει με το νερό τα χείλη του, να πλύνει πρώτα το πρόσωπο του. Και ω του θαύματος! Μόλις το δροσερό νερό άγγιξε τους βολβούς των ματιών του παιδιού, το παιδί άρχισε να βλέπει!

Κι ο απόστολος, που τον κοίταζαν όλοι με θαυμασμό, άρχισε να τους μιλά και να τους διδάσκει τη νέα θρησκεία. Το τέλος της ομιλίας πολύ καρποφόρο. Όσοι τον άκουσαν πίστεψαν και βαφτίστηκαν. Την αρχή έκανε ο καπετάνιος με το παιδί του, που πήρε και το όνομα Ανδρέας. Κι ύστερα όλοι οι άλλοι επιβάτες και μερικοί ψαράδες που ήσαν εκεί. Πίστεψαν όλοι στον Χριστό που τους κήρυξε ο απόστολος μας και βαφτίστηκαν. Φυσικά το θαύμα της θεραπείας του τυφλού παιδιού, ακολούθησαν κι άλλα, κι άλλα. Στο μεταξύ ο άνεμος άρχισε να φυσά και το καράβι ετοιμάστηκε για να συνεχίσει το ταξίδι του. Ο απόστολος, αφού κάλεσε κοντά του όλους εκείνους που πίστεψαν στον Χριστό και βαφτίστηκαν, τους έδωκε τις τελευταίες συμβουλές του και τους αποχαιρέτησε.

Αργότερα, μετά από χρόνια, κτίστηκε στον τόπο αυτόν που περπάτησε και άγιασε με την προσευχή, τα θαύματα και τον ιδρώτα του ο Πρωτόκλητος μαθητής, το μεγάλο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, που με τον καιρό είχε γίνει παγκύπριο προσκύνημα. Κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητές απ' όλα τα μέρη της Κύπρου, ορθόδοξοι και ετερόδοξοι κι αλλόθρησκοι ακόμη, συνέρεαν στο μοναστήρι, για να προσκυνήσουν τη θαυματουργό εικόνα του αποστόλου, να βαφτίσουν εκεί τα νεογέννητα παιδιά τους και να προσφέρουν τα δώρα τους, για να εκφράσουν τα ευχαριστώ και την ευγνωμοσύνη τους στον θείο απόστολο. Κολυμβήθρα Σιλωάμ ήταν η εκκλησία του για τους πονεμένους. Πλείστα όσα θαύματα γινόντουσαν εκεί σε όσους μετέβαιναν με πίστη αληθινή και συντριβή ψυχής.

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Η ευσεβής Άννα σύζυγος του Ιωακείμ, πέρασε τη ζωή της χωρίς να μπορέσει να τεκνοποιήσει, καθώς ήταν στείρα. Μαζί με τον Ιωακείμ προσευχόταν θερμά στον Θεό να την αξιώσει να φέρει στον κόσμο ένα παιδί, με την υπόσχεση ότι θα αφιέρωνε το τέκνο της σε Αυτόν. Πράγματι, ο Πανάγαθος Θεός όχι μόνο της χάρισε ένα παιδί, αλλά την αξίωσε να φέρει στον κόσμο τη γυναίκα που θα γεννούσε το Μεσσία, το Σωτήρα μας Ιησού Χριστό. Όταν η Παναγία έγινε τριών χρόνων, σύμφωνα με την παράδοση, η Άννα και ο Ιωακείμ, κρατώντας την υπόσχεσή τους, την οδήγησαν στο Ναό και την παρέδωσαν στον αρχιερέα Ζαχαρία. Ο αρχιερέας παρέλαβε την Παρθένο Μαρία και την οδήγησε στα Άγια των Αγίων, όπου δεν έμπαινε κανείς εκτός από τον ίδιο, επειδή γνώριζε έπειτα από αποκάλυψη του Θεού το μελλοντικό ρόλο της Αγίας κόρης στην ενανθρώπιση του Κυρίου. Στα ενδότερα του Ναού η Παρθένος Μαρία έμεινε δώδεκα χρόνια. Όλο αυτό το διάστημα ο αρχάγγελος Γαβριήλ προμήθευε την Παναγία με τροφή ουράνια. Εξήλθε από τα Άγια των Αγίων, όταν έφθασε η ώρα του Θείου Ευαγγελισμού.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Άγιος Ιάκωβος ο Απόστολος και Αδελφόθεος πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων

Η παράδοση αναφέρει ότι ήταν ένας από τους γιους του Ιωσήφ από άλλη γυναίκα, γι' αυτό ονομαζόταν αδελφός του Κυρίου. Η συγγενική του, όμως, σχέση με τον Κύριο δεν είναι ομόφωνα καθορισμένη. Αλλά το γεγονός είναι ότι ο Ιάκωβος ο αδελφόθεος έγινε πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων και είναι αυτός που έγραψε την πρώτη Θεία Λειτουργία της χριστιανικής Εκκλησίας.

Ο Ιάκωβος, λοιπόν, ποίμανε την Εκκλησία των Ιεροσολύμων με δικαιοσύνη, με γενναία στοργή και στερεότητα στην πίστη. Αυτό όμως, εξήγειρε τη μοχθηρία και την κακουργία των Ιουδαίων. Αφού τον έπιασαν, τον έριξαν πάνω από το πτερύγιο του Ναού, και ενώ ακόμα ήταν ζωντανός, τον αποτελείωσαν με άγριο κτύπημα ροπάλου στο κεφάλι.

Έργο του Ιακώβου είναι και η Καθολική Επιστολή του στην Καινή Διαθήκη, στην οποία να τι μας συμβουλεύει, σχετικά με το πως πρέπει να χειριζόμαστε το λόγο του Θεού: «Γίνεσθε ποιηταὶ λόγου καὶ μὴ μόνον ἀκροαταί, παραλογιζόμενοι ἑαυτούς» (Επιστολή Ιακώβου, α' 22). Δηλαδή να γίνεσθε εκτελεστές και τηρητές του λόγου του Θεού και όχι μόνο ακροατές. Και να μη ξεγελάτε τον εαυτό σας, με την ιδέα ότι είναι αρκετό και μόνον να ακούει κανείς το λόγο.

Τέλος, η μνήμη του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, φέρεται και την Κυριακή μετά την Γέννηση του Χριστού, μαζί με τη μνήμη του Δαβίδ του Προφήτου και Ιωσήφ του μνήστορος, συνοδευόμενη με το ακόλουθο δίστοιχο: «Σὺ τέκτονος παῖς, ἀλλ᾿ ἀδελφὸς Κυρίου, τοῦ πάντα τεκτήναντος, ἐν λόγῳ, μάκαρ». Τελείται δε αύτω η Σύναξις εν τω σεπτώ αυτού Ναώ το όντι ένδοθεν της Υπεραγίας Θεοτόκου εν τοις Χαλκοπρατείοις.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ

Ο Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας και η εθνικότητα του ήταν Ελληνική. Ήταν γιατρός στο επάγγελμα, όμως γνώριζε πολύ καλά τη ζωγραφική τέχνη. Μάλιστα σε αυτόν αποδίδονται οι πρώτες εικόνες της Θεοτόκου με τον Ιησού Χριστό βρέφος στην αγκαλιά της (μία υπάρχει μέχρι σήμερα στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου), καθώς και αυτές των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου.

Στη χριστιανική πίστη κατηχήθηκε από τον Απόστολο Παύλο, τον οποίο συνάντησε στη Θήβα και έκτοτε αφοσιώθηκε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου. Περιόδευσε στη Δαλματία, Ιταλία, Γαλλία, Αχαΐα, Βοιωτία κ.α. Συνέγραψε το τρίτο κατά σειρά Ευαγγέλιο της Καινής Διαθήκης, καθώς και τις πράξεις των Αποστόλων.

Λέγεται ότι πέθανε με μαρτυρικό θάνατο (κατ' άλλους ειρηνικά σε ηλικία 80 ετών), και το 357 μ.Χ., το λείψανο του μετακομίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

Σημείωση: Όπως ιστορεί ο Nικόλαος Mαλαξός, σύμφωνα με ένα βασιλικό χρυσόβουλλο της Mονής του Mεγάλου Σπηλαίου, ο Ευαγγελιστής Λουκάς έγραψε το Ευαγγέλιο του δεκαπέντε χρόνια μετά την Aνάληψη του Κυρίου. Ο Ιππόλυτος ο Θηβαίος όμως τοποθετεί την συγγραφή του Ευαγγελίου στην Aλεξάνδρεια.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

ΆΓΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ

Εὐστάθιον βοῦς παγγενῆ χαλκοῦς φλέγει,
Καὶ παγγενῆ σὺ τοῦ Θεοῦ σῴζεις Λόγε.
Εἰκάδι Εὐστάθιος γενεῇ ἅμα βοῒ καύθη.


Ο Ευστάθιος ήταν αξιωματικός περίβλεπτος στη Ρώμη και στη χριστιανική πίστη προσήλθε με θαυμαστό τρόπο.

Όταν κάποτε κυνηγούσε ένα ελάφι, είδε στα κερατά του να φέρει σταυρό και άκουσε μία φωνή που τον καλούσε στην ορθή πίστη. Έτσι πίστεψε και βαπτίστηκε με το όνομα Ευστάθιος από Πλακίδας που ονομαζόταν πριν, καθώς επίσης και η γυναίκα του Τατιανή σε Θεοπίστη, αλλά και τα δυο τους παιδιά Αγάπιος και Θεόπιστος.

Όταν ο αυτοκράτωρ Τραϊανός έμαθε ότι ασπάσθηκε το χριστιανισμό, του αφαίρεσε τον ανώτερο στρατιωτικό βαθμό που είχε και τον εξόρισε με όλη του την οικογένεια. Κατά την πορεία όμως, τον χώρισαν από τη σύζυγο του Θεοπίστη και τα δύο του παιδιά, το Θεόπιστο και τον Αγάπιο. Το γεγονός αυτό, πίκρανε πολύ τον Ευστάθιο.

Μετά από χρόνια, όταν ο Τραϊανός περιήλθε σε μεγάλη πολεμική δυσχέρεια, θυμήθηκε τον ικανότατο αξιωματικό του Ευστάθιο. Τον επανέφερε λοιπόν στην υπηρεσία, και ο Ευστάθιος με τη γενναιότητα αλλά και τη στρατηγική που τον διέκρινε συνετέλεσε κατά πολύ στην νίκη. Στο δρόμο μάλιστα, βρήκε την οικογένεια του και ένοιωσε μεγάλη χαρά.

Ο διάδοχος, όμως, του Τραϊανού, Αδριανός, απαίτησε από τον Ευστάθιο να παραστεί στις θυσίες των ειδωλολατρικών θεών. Ο Ευστάθιος, βέβαια, αρνήθηκε, με αποτέλεσμα να βασανιστεί αυτός και η οικογένεια του. Αλλά η αγάπη τους στο Χριστό ενδυνάμωνε την ψυχή τους στα βασανιστήρια, ενθυμούμενοι μάλιστα τους θείους λόγους, που λένε: «Μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμὸν ὅτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς, ὃν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Επιστολή Ιακώβου, α' 12). Πανευτυχής, δηλαδή, είναι ο άνθρωπος που βαστάει με υπομονή τη δοκιμασία των θλίψεων. Διότι έτσι γίνεται σταθερός και δοκιμασμένος, για να πάρει το λαμπρό και ένδοξο στεφάνι της αιώνιας ζωής, που υποσχέθηκε ο Κύριος σ' αυτούς που Τον αγαπούν.

Τελικά, ο Ευστάθιος με την οικογένεια του πέθαναν μέσα σε χάλκινο πυρακτωμένο βόδι (117 μ.Χ.).

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΕΝ ΧΩΝΑΙΣ ΘΑΥΜΑ

Σε κάποιο μέρος της Φρυγίας, η γη ανέβλυσε αγιασμένο νερό με τη δύναμη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, που γιάτρευε κάθε αρρώστια των ασθενούντων. Ένας χριστιανός, λοιπόν, επειδή γιατρεύτηκε η κόρη του, έκτισε ωραιότατο ναό στο όνομα του Αρχιστράτηγου, επάνω στο άγιασμα.

Μετά 90 χρόνια, ήλθε στο ναό κάποιος ευλαβής νέος, ονόματι Άρχιππος. Έμεινε υπηρέτης στο ναό και ζούσε ζωή ασκητική και με εγκράτεια. Όταν είδαν αυτό το πράγμα οι ειδωλολάτρες, έπιασαν τον Άρχιππο και τον χτύπησαν δυνατά. Έπειτα, όρμησαν να καταστρέψουν το ναό και το άγιασμα. Αλλά ώ της μεγάλης δυνάμεως του Αρχαγγέλου! Άλλων απ' αυτούς τα χέρια έμειναν παράλυτα και άλλους σταμάτησε φράγμα φωτιάς και έτσι γύρισαν όλοι άπρακτοι. Όμως το πείσμα και ο θυμός τους ώθησε να κάνουν εκτροπή του κοντινού ποταμού, για να παρασύρει το ναό και να πνίξουν τον Άρχιππο. Αλλά και πάλι θαύμα! Ο ποταμός γύρισε προς τα πίσω! Τότε σκέφθηκαν να ενώσουν και άλλους δύο ποταμούς. Όμως ο Αρχάγγελος Μιχαήλ παρουσιάστηκε στον Άρχιππο και, αφού τον έβγαλε έξω από το ναό, έκανε το σημείο του σταυρού και οι ποταμοί στάθηκαν σαν τείχος. Πρόσταξε, έπειτα, να χωνευθούν και πράγματι, κατά παράδοξο τρόπο, έως σήμερα στο μέρος εκείνο τα νερά των ποταμών χωνεύονται. Και γι' αυτό το μέρος ονομάστηκε Χώναι.

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

Ο άγιος γεννήθηκε στο χωριό Μέγα Δένδρο της Αιτωλίας, γι’ αυτό ονομάζεται και Αιτωλός.
Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο κοντινό μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής. Καθώς τότε βρισκόταν ακόμη σε ακμή η Αθωνιάδα Σχολή , την οποία είχε ιδρύσει και συντηρούσε η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου , πήγε, λαϊκός ακόμη , στο Άγιο Όρος για ανώτερες σπουδές. Σπούδασε κοντά σε μεγάλους δασκάλους της Αθωνιάδος, στους σπουδαιότερους της εποχής, όπως ο Παναγιώτης Παλαμάς και ο Νικόλαος Τζαρτζούλιος.
Κατόπιν εκάρη μοναχός με το όνομα Κοσμάς στην Ι. Μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους, όπου και εχειροτονήθη ιερέας.
Από λαϊκός ακόμη είχε την επιθυμία να ωφελήσει με τις γνώσεις του τους Χριστιανούς , οι οποίοι βρίσκονταν σε κατάσταση αμάθειας κάτω από την πίεση και επίδραση είτε των Τούρκων είτε των Φράγκων στα Επτάνησα.
Προσευχόταν θερμά, θέλοντας να πληροφορηθεί το θέλημα του Θεού και τη λύση του έδωσε το χωρίο του Απ. Παύλου ( Α’ Κορ. 10, 24) « μηδείς τα εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου έκαστος » .
Με την άδεια των πατέρων πήγε αρχικά στην ΚΠολη, στον αδελφό του Χρύσανθο, ο οποίος ήταν δάσκαλος. Εκεί φανέρωσε στους Αρχιερείς και τον Πατριάρχη τον λογισμό του να περιοδεύει και να κηρύττει και πήρε την άδεια από τον νέο Πατριάρχη Σωφρόνιο.
Έκανε τέσσερεις περιοδείες ,περιτρέχοντας Θράκη, Μακεδονία, Ήπειρο, Ρούμελη, Κυκλάδες, Νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου.
Όπου πήγαινε ,ζητούσε πρώτα να στήσουν οι κάτοικοι ένα ξύλινο Σταυρό , στη βάση του οποίου τοποθετούσε ένα σκαμνί , στο οποίο ανέβαινε και κήρυττε. Φεύγοντας άφηνε τον σταυρό ,για να θυμίζει το κήρυγμά του. Πολλοί από αυτούς τους σταυρούς θαυματουργούσαν.
Το κήρυγμά του ,απλό, παραστατικό, αγιογραφικό, εκκλησιαστικό, εντυπωσίαζε και επηρέαζε το ακροατήριό του σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί να αλλάζουν ζωή, να μετανοούν και να γίνονται συνειδητοί Χριστιανοί.
Φρόντιζε επίσης για τον εξοπλισμό των ναών με τα απαραίτητα λειτουργικά σκεύη από δωρητές . Ιδιαίτερα φρόντισε τον εφοδιασμό των ναών με κολυμπήθρες , για να τελείται κανονικά το μυστήριο του βαπτίσματος . Με τη φροντίδα του αγίου ιδρύθηκαν διακόσια σχολεία « δια τα κοινά γράμματα » , δημοτικά, και δέκα ελληνικά ( Γυμνάσια) . Η αγιότητά του ήταν φανερή ήδη ενόσω ζούσε. Πολλά θαύματα , με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, έκανε και ήταν προικισμένος με προορατικό και προφητικό χάρισμα . Είναι γνωστές οι προφητείες του , οι οποίες αναφέρονται σε εθνικά γεγονότα , ανακαλύψεις επιστημονικές και τεχνολογικές αλλά και την εξέλιξη του τρόπου ζωής των ανθρώπων.
Ο άγιος ήταν αγαπητός, συμπαθής και σεβαστός σε Τούρκους και Ρωμιούς. Οι μόνοι που δεν τον αγαπούσαν ήταν οι Εβραίοι. Επειδή τον καιρό εκείνο οι Εβραίοι είχαν την οικονομία στα χέρια τους , γίνονταν τα παζάρια ημέρα Κυριακή, με αποτέλεσμα οι Χριστιανοί να μην πηγαίνουν στην Εκκλησία και να ζουν αποκομμένοι από την εκκλησιαστική ζωή. Ο άγιος έπεισε τους Χριστιανούς να κάνουν τα δικά τους παζάρια το Σάββατο , με αποτέλεσμα να πληγεί η οικονομία των Εβραίων. Γι’ αυτό πλήρωσαν τον Κουρτ πασά του Βερατίου , ο οποίος συνέλαβε τον άγιο και τον θανάτωσε με απαγχονισμό, το δε λείψανό του ρίχτηκε στον Άψο ποταμό απ’ όπου ανεσύρθη και ενταφιάστηκε στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου στο χωριό Καλικόντασι της Ηπείρου.

Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

Θαβὼρ ὑπὲρ πᾶν γῆς ἐδοξάσθη μέρος,
Ἰδὸν Θεοῦ λάμψασαν ἐν δόξῃ φύσιν
Μορφὴν ἀνδρουμένην κατὰ ἕκτην Χριστὸς ἀμεῖψε.

Κατά τη διήγηση των Ευαγγελιστών, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός πήρε από τους μαθητές τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο και ανέβηκε στό όρος Θαβώρ για να προσευχηθεί. Όπως σημειώνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Eπήρε δε τρεις μόνους Aποστόλους, ως προκρίτους και υπερέχοντας. O μεν γαρ Πέτρος επροκρίθη, επειδή ηγάπα πολλά τον Xριστόν. O δε Iωάννης, επειδή ηγαπάτο από τον Xριστόν. O δε Iάκωβος, επειδή εδύνετο να πίη το ποτήριον του θανάτου, το οποίον και ο Kύριος έπιεν».

Οι τρεις μαθητές Του, όπως ήταν κουρασμένοι από τη δύσκολη ανάβαση στο Θαβώρ και ενώ κάθισαν να ξεκουραστούν, έπεσαν σε βαθύ ύπνο. Όταν, ξύπνησαν, αντίκρισαν απροσδόκητο και εξαίσιο θέαμα. Το πρόσωπο του Κυρίου άστραφτε σαν τον ήλιο, και τα φορέματα Του ήταν λευκά σαν το φως. Τον περιστοίχιζαν δε και συνομιλούσαν μαζί Του δυο άνδρες, ο Μωϋσής και ο Ηλίας. Γράφει χαρακτηριστικά ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Έφερε δε εις το μέσον τους τον Mωυσήν και τον Ηλίαν, διά να διορθώση τας σφαλεράς υποψίας, οπού είχον οι πολλοί περί αυτού. Kαθότι, άλλοι μεν έλεγον τον Kύριον, πως είναι ο Ηλίας. Άλλοι δε, πως είναι ο Iερεμίας. Διά τούτο λοιπόν επαράστησεν εις το Θαβώρ τους πρώτους και κορυφαίους Προφήτας, διά να γνωρίσουν οι μαθηταί, και διά των μαθητών όλοι οι άνθρωποι, πόση διαφορά είναι αναμεταξύ του Xριστού, και των Προφητών. O μεν γαρ Xριστός, είναι Δεσπότης. Oι δε Προφήται, είναι δούλοι. Kαι ίνα μάθουν, ότι ο Kύριος έχει την εξουσίαν του θανάτου και της ζωής. Διά τούτο, από μεν τους αποθαμένους, έφερε τον Mωυσήν. Aπό δε τους ζωντανούς, έφερε τον Ηλίαν».

Αφού οι μαθητές συνήλθαν κάπως από την έκπληξη, ο πάντα ενθουσιώδης, Πέτρος, θέλοντας να διατηρηθεί αυτή η αγία μέθη που προκαλούσε η ακτινοβολία του Κυρίου, ικετευτικά είπε να στήσουν τρεις σκηνές. Μια για τον Κύριο, μια για το Μωϋσή και μια για τον Ηλία. Πριν προλάβει, όμως, να τελειώσει τη φράση του, ήλθε σύννεφο που τους σκέπασε και μέσα απ' αυτό ακούστηκε φωνή που έλεγε: «Οὗτος ἐστὶν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε» (Λουκά, θ' 28-36). Δηλαδή, Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, που τον έστειλα για να σωθεί ο κόσμος. Αυτόν να ακούτε.

Οφείλουμε, λοιπόν, και εμείς όχι μόνο να Τον ακούμε, αλλά και να Τον υπακούμε. Σε οποιοδήποτε δρόμο μας φέρει, είμαστε υποχρεωμένοι να πειθαρχούμε.